Τετάρτη 19 Μαΐου 2021

 

ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ

Moni Pantokratoros Ag Oros1 Ἡ ἀνάστασις τοῦ Κυρίου εἶναι ἀνανέωσις τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, εἶναι ἀναζώωσις καί ἀνάπλασις καί ἐπάνοδος πρός τήν ἀθάνατη ζωή τοῦ πρώτου ᾿Αδάμ πού καταβροχθίσθηκε ἀπό τόν θάνατο λόγω τῆς ἁμαρτίας καί διά τοῦ θανάτου ἐπαλινδρόμησε πρός τήν γῆ ἀπό τήν ὁποία ἐπλάσθηκε. ῞Οπως λοιπόν ἐκεῖνον στήν ἀρχή δέν τόν εἶδε κανείς ἄνθρωπος νά πλάττεται καί παίρνη ζωή, ἀφοῦ δέν ὑπῆρχε κανείς ἄνθρωπος ἐκείνη τήν ὥρα, μετά δέ τήν λῆψι τῆς πνοῆς ζωῆς μέ θεῖο ἐμφύσημα πρώτη ἀπό ὅλους τόν εἶδε μιά γυναῖκα, διότι μετά ἀπό αὐτόν πρῶτος ἄνθρωπος ἦταν ἡ Εὔα· ἔτσι τόν δεύτερο ᾿Αδάμ, δηλαδή τόν Κύριο, ὅταν ἀνίστατο ἀπό τούς νεκρούς, κανείς ἄνθρωπος δέν τόν εἶδε, ἀφοῦ δέν παρευρισκόταν κανείς δικός του καί οἱ στρατιῶτες πού ἐφύλασσαν τό μνῆμα ταραγμένοι ἀπό τόν φόβο εἶχαν γίνει σάν νεκροί, μετά δέ τήν ἀνάστασι πρώτη ἀπό ὅλους τόν εἶδε μιά γυναῖκα, ὅπως ἀκούσαμε νά εὐαγγελίζεται σήμερα ὁ Μάρκος.διότι, λέγει, “ὅταν ὁ ᾿Ιησοῦς ἀναστήθηκε τό πρωί τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος, παρουσιάσθηκε πρῶτα στή Μαρία τή Μαγδαληνή”.

Φαίνεται βέβαια σαφῶς ὅτι ὁ εὐαγγελιστής εἶπε καί τήν ὥρα κατά τήν ὁποία ἀναστήθηκε ὁ Κύριος, δηλαδή πρωί, καί ὅτι παρουσιάσθηκε πρῶτα στή Μαρία τή Μαγδαληνή καί ὅτι ἐφάνηκε ἀκριβῶς τήν ὥρα τῆς ἀναστάσεως. Δέν λέγει ὅμως ἔτσι, ὅπως θά φανῆ ἄν ἐξετάσωμε προσεκτικώτερα τά πράγματα. διότι λίγο παραπάνω καί αὐτός σέ συμφωνία μέ τούς ἄλλους εὐαγγελιστάς λέγει ὅτι αὐτή ἡ Μαρία ἦλθε καί προηγουμένως μαζί μέ τίς ἄλλες Μυροφόρες στόν τάφο, καί ἀφοῦ τόν εἶδε ἀδειανό ἀπῆλθε. ῞Ωστε ὁ Κύριος ἀναστήθηκε πολύ ἐνωρίτερα ἀπό τό πρωί πού τόν εἶδε. ᾿Επισημαίνοντας δέ καί τήν ὥρα ἐκείνη, δέν εἶπε ἁπλῶς πρωί, ὅπως ἐδῶ, ἀλλά πολύ πρωί.ἑπομένως ὡς ἀνατολή ἡλίου ἐκεῖ ἐννοεῖ τό ἀμυδρό φῶς πού προτρέχει στόν ὁρίζοντα, τό ὁποῖο δηλώνοντας καί ὁ ᾿Ιωάννης λέγει ὅτι ἦλθε τό πρωί, ὅταν ἀκόμη ἦταν σκοτεινά ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή στό μνημεῖο καί εἶδε τήν πέτρα σηκωμένη ἀπό τό μνημεῖο.

Δέν ἦλθε δέ μόνο πρός τό μνῆμα τότε αὐτή, κατά τόν ᾿Ιωάννη, ἀλλά καί ἀπομακρύνθηκε ἀπό τό μνῆμα, χωρίς νά ἰδῆ τόν Κύριο ἀκόμη. Τρέχει κι᾿ ἔρχεται πρός τόν Πέτρο καί τόν ᾿Ιωάννη, καί ἀναγγέλει ὄχι ὅτι ἀναστήθηκε ὁ Κύριος, ἀλλ᾿ ὅτι μεταφέρθηκε ἀπό τόν τάφο, ὥστε δέν ἐγνώριζε ἀκόμη τήν ἀνάστασι. ῾Επομένως ὁ Κύριος ἐμφανίσθηκε στή Μαρία ὄχι ἐντελῶς πρώτη, ἀλλά μετά τήν πλήρη ἔλευσι τῆς ἡμέρας. ῾Υπάρχει λοιπόν κάτι πού ἀναφέρεται συνεσκιασμένως ἀπό τούς εὐαγγελιστάς, τό ὁποῖο θ᾿ ἀποκαλύψω πρός τήν ἀγάπη σας.

Πραγματικά τό εὐαγγέλιο τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου πρώτη ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους, ὅπως ἦταν σωστό καί δίκαιο, ἐδέχθηκε ἀπό τόν Κύριο ἡ Θεοτόκος καί αὐτή εἶδε πρίν ἀπό ὅλους τόν ἀναστάντα καί ἀπήλαυσε τή θεία ὁμιλία του, καί ὄχι μόνο τόν εἶδε μέ τούς ὀφθαλμούς της καί ἔγινε αὐτήκοος αὐτοῦ, ἀλλά καί πρώτη καί μόνη ἄγγιξε τά ἄχραντα πόδια του, ἔστω καί ἄν οἱ εὐαγγελισταί δέν τά λέγουν φανερά ὅλα αὐτά, μή θέλοντας νά προσαγάγουν ὡς μάρτυρα τήν μητέρα, γιά νά μήν δώσουν ἀφορμή ὑποψίας στούς ἀπίστους. ᾿Επειδή δέ τώρα ἐμεῖς μέ τή χάρη τοῦ ἀναστάντος ὁμιλοῦμε πρός πιστούς καί ἡ ὑπόθεσις τῆς ἑορτῆς ἀπαιτεῖ ἐπείγουσα διευκρίνησι τῶν σχετικῶν μέ τίς Μυροφόρες, μέ τήν ἄδεια αὐτοῦ πού εἶπε “δέν ὑπάρχει κρυφό πού δέν θά γίνη φανερό”, θά τό φανερώσωμε καί τοῦτο.

Λοιπόν Μυροφόρες εἶναι οἱ γυναῖκες πού ἀκολουθοῦσαν τόν Κύριο μαζί μέ τήν Μητέρα του, ἔμειναν μαζί της κατά τήν ὥρα τοῦ σωτηριώδους πάθους καί ἐφρόντισαν νά ἀλείψουν μέ μῦρα τό σῶμα τοῦ Κυρίου. ῞Οταν δηλαδή ὁ ᾿Ιωσήφ καί ὁ Νικόδημος ἐζήτησαν καί ἔλαβαν ἀπό τόν Πιλᾶτο τό δεσποτικό σῶμα, τό κατέβασαν ἀπό τόν σταυρό, τό περιέβαλαν σέ σινδόνια μαζί μέ ἐκλεκτά ἀρώματα, τό ἐτοποθέτησαν σέ λαξευτό μνημεῖο, καί ἔβαλαν μεγάλη πέτρα ἐπάνω στή θύρα τοῦ μνημείου, παρευρίσκονταν θεωρώντας κατά τόν εὐαγγελιστή Μάρκο ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί ἡ ἄλλη Μαρία πού ἐκαθόταν ἀπέναντι τοῦ τάφου. Μέ τήν φράσι καί ἡ ἄλλη Μαρία ἐννοοῦσε ὁπωσδήποτε τήν Θεομήτορα.διότι αὐτή ἐλεγόταν μητέρα καί τοῦ ᾿Ιακώβου καί τοῦ ᾿Ιωσῆ, πού ἦσαν ἀπό τόν ᾿Ιωσήφ τόν Μνήστορα. Δέν παρευρίσκονταν μόνο αὐτές παρατηρώντας, ὅταν ἐνταφιαζόταν ὁ Κύριος, ἀλλά καί ἄλλες γυναῖκες, ὅπως ἱστόρησε ὁ Λουκᾶς γράφοντας.“παρακολουθώντας κάποιες γυναῖκες πού εἶχαν ἔλθει μαζί του ἀπό τήν Γαλιλαία, εἶδαν τό μνημεῖο καί τήν σ᾿ αὐτό τοποθέτησι τοῦ σώματός του. ἦσαν ἡ Μαγδαληνή Μαρία καί ἡ ᾿Ιωάννα καί ἡ Μαρία τοῦ ᾿Ιακώβου καί οἱ ἄλλες μαζί τους”.

᾿Αφοῦ δέ ἐπέστρεψαν, λέγει, ἀγόρασαν ἀρώματα καί μῦρα.διότι δέν εἶχαν καταλάβει ἀκριβῶς ὅτι αὐτός εἶναι ἀληθινά ἡ ὀσμή τῆς ζωῆς γιά ἐκείνους πού τόν πλησιάζουν μέ πίστι, ὅπως ὀσμή θανάτου καταλαμβάνει τούς ἕως τό τέλος ἀπειθεῖς, καί ἡ ὀσμή τῶν ἐνδυμάτων του, δηλαδή τοῦ ἰδίου τοῦ σώματος, εἶναι ἀνωτέρα ἀπό ὅλα τά ἀρώματα καί τό ὄνομά του εἶναι μῦρο χυμένο, μέ τό ὀποῖο ἐγέμισε θεία εὐωδία τήν οἰκουμένη. ῾Ετοιμάζουν λοιπόν μῦρα καί ἀρώματα, ἀφ᾿ ἑνός μέν πρός τιμήν τοῦ νεκροῦ, ἀφ᾿ ἑτέρου δέ γιά παρηγοριά ἀπό τή δυσωδία τοῦ σώματος, ὅταν θά ἔλειωνε, βοηθώντας μέ τήν ἀλοιφή των τούς ἐπιθυμοῦντας νά παραμένουν δίπλα.

᾿Αφοῦ λοιπόν ἑτοίμασαν τά μῦρα καί τά ἀρώματα, κατά τήν ἐντολή τό Σάββατο ἡσύχασαν.διότι δέν εἶχαν καταλάβει ἀκόμη τά ἀληθινά σάββατα, οὔτε εἶχαν γνωρίσει καλά τό εὐλογημένο ἐκεῖνο σάββατο πού μεταφέρει τή φύσι τους ἀπό τά βάραθρα τοῦ ἅδη στό ὁλόφωτο καί θεῖο καί οὐράνιο ὕψος. “Τήν πρώτη τῆς ἑβδομάδος, ὄρθρο βαθύ”, ὅπως λέγει ὁ Λουκᾶς, “ἦλθαν στό μνῆμα, φέροντας τά ἀρώματα πού ἑτοίμασαν”.ὁ δέ Ματθαῖος λέγει, “ἀργά τό Σάββατο, ξημερώνοντας τήν πρώτη τῆς ἑβδομάδος” καί ὅτι οἱ προσελθοῦσες εἶναι δύο.ὁ ᾿Ιωάννης “τό πρωί, ἐνῶ ἦταν ἀκόμη σκοτεινά”, καί ὅτι μιά εἶναι ἡ προσελθοῦσα, Μαρία ἡ Μαγδαληνή.ὁ δέ Μάρκος “πολύ πρωί τῆς πρώτης τῆς ἑβδομάδος” καί ὅτι τρεῖς εἶναι οἱ προσελθοῦσες.

Πρώτη λοιπόν τῆς ἑβδομάδος λέγουν ὅλοι οἱ εὐαγγελισταί τήν Κυριακή.ἀργά τό Σάββατο, ὄρθρο βαθύ, πολύ πρωί καί πρωί σκοτεινά ἀκόμη, ὀνομάζουν τόν χρόνο γύρω ἀπό τόν ὄρθρο, ἀνάμικτο ἀπό φῶς καί σκότος.αὐτός ὁ χρόνος εἶναι, ἀφοῦ ἀρχίζει νά αὐγάζει τό ἀνατολικό μέρος τοῦ ὁρίζοντος πού προκαταγγέλλει τήν ἡμέρα. Μπορεῖ δέ κανείς παρατηρώντας ἀπό μακριά, πρός αὐτό, νά τό ἰδῆ νά ἀρχίζη νά χρωματίζεται ἀπό φῶς γύρω ἀπό τήν ἐνάτη ὥρα τῆς νυκτός, ὥστε ἕως τήν πλήρη ἡμέρα νά ὑπολείπωνται τρεῖς ὥρες.

Φαίνονται βέβαια νά διαφωνοῦν κάπως οἱ εὐαγγελισταί μεταξύ τους τόσο γιά τήν ὥρα, ὅσο καί γιά τόν ἀριθμό τῶν γυναικῶν, ἐπειδή, ὅπως εἶπα, οἱ Μυροφόρες ἦσαν πολλές, καί ἦλθαν στόν τάφο ὄχι μιά φορά, ἀλλά καί δύο καί τρεῖς φορές, συντροφιά μέν, ἀλλ᾿ ὄχι οἱ ἴδιες, καί κατά τόν ὄρθρο μέν ὅλες, ἀλλ᾿ ὄχι τόν ἴδιο χρόνο ἀκριβῶς, ἡ δέ Μαγδαληνή ἦλθε πάλι μόνη της καί ἔμεινε περισσότερο. Κάθε εὐαγγελιστής λοιπόν ἀναφέρει μιά προέλευσι μερικῶν καί παραλείπει τίς ἄλλες. ῞Οπως δέ ἐγώ ὑπολογίζω καί συνάγω ἀπό ὅλους τούς εὐαγγελιστάς, σύμφωνα μέ ὅσα εἶπα προηγουμένως, πρώτη ἀπό ὅλες ἦλθε στόν τάφο τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἡ Θεοτόκος, ἔχοντας μαζί τήν Μαγδαληνή Μαρία. Τοῦτο κυρίως τό συμπεραίνω ἀπό τόν εὐαγγελιστή Ματθαῖο. Διότι, λέγει, “ἦλθε ἡ Μαγδαληνή Μαρία καί ἡ ἄλλη Μαρία”, πού ἦταν ὁπωσδήποτε ἡ Θεομήτωρ, γιά νά ἰδοῦν τόν τάφο. Καί ἰδού ἔγινε μέγας σεισμός.διότι ἄγγελος Κυρίου, ἀφοῦ κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό, προσῆλθε, ἀπεκύλισε τήν πέτρα ἀπό τήν θύρα τοῦ μνημείου κι᾿ ἐκαθόταν ἐπάνω σ᾿ αὐτήν.ἦταν δέ ἡ μορφή του σάν ἀστραπή καί τό ἔνδυμά του λευκό σάν τό χιόνι, ἀπό τόν φόβο δέ ἐμπρός του ἐταράχθηκαν οἱ φύλακες κι᾿ ἔγιναν σάν νεκροί”.

῞Ολες λοιπόν οἱ ἄλλες γυναῖκες ἦλθαν μετά τό σεισμό καί τήν φυγή τῶν φυλάκων, κι᾿ εὑρῆκαν τόν τάφο ἀνοιγμένο καί τήν πέτρα ἀποκυλισμένη.ἡ δέ Παρθενομήτωρ ἔφθανε τή στιγμή πού ἐγινόταν ὁ σεισμός, ἀποκυλίσθηκε ἡ πέτρα καί ἀνοιγόταν ὁ τάφος καί οἱ φύλακες ἦσαν παρόντες, ἄν καί συγκλονισμένοι ἀπό τόν φόβο.γι᾿ αὐτό μετά τόν σεισμό αὐτοί ἀνασηκώθηκαν καί ἐκύτταξαν ἀμέσως νά φύγουν, ἐνῶ ἡ Θεομήτωρ ἐντρυφοῦσε στή θέα. ᾿Εγώ πάντως νομίζω ὅτι γι᾿ αὐτήν πρώτη ἀνοίχθηκε ὁ ζωηφόρος ἐκεῖνος τάφος (διότι γι᾿ αὐτήν πρώτη καί δι᾿ αὐτῆς ἔχουν ἀνοιχθῆ σ᾿ ἐμᾶς ὅλα, ὅσα εἶναι ἐπάνω στόν οὐρανό καί κάτω στή γῆ) καί ὅτι γι᾿ αὐτήν ἄστραπτε ἔτσι ὁ ἄγγελος, ὥστε, ἄν καί ἡ ὥρα ἦταν ἀκόμη σκοτεινή, αὐτή μέ τό πλούσιο φῶς τοῦ ἀγγέλου ὄχι μόνο νά ἰδῆ τόν τάφο κενό, ἀλλά καί τά ἐντάφια νά εἶναι τακτοποιημένα καί πολυτρόπως νά μαρτυροῦν τήν ἔγερσι τοῦ ἐνταφιασθέντος.

῏Ηταν δέ προφανῶς ὁ εὐαγγελιστής ἄγγελος ὁ ἴδιος ὁ Γαβριήλ. Διότι μόλις τήν εἶδε αὐτός νά σπεύδη πρός τόν τάφο, αὐτός πού παλαιότερα τῆς εἶχε εἰπεῖ, “μή φοβῆσαι, Μαρία, διότι εὑρῆκες χάρι ἀπό τόν Θεό”, σπεύδει καί τώρα καί κατεβαίνει νά εἰπῆ τό ἴδιο πάλι στήν ἀειπάρθενο καί νά ἀναγγείλη τήν ἀπό τούς νεκρούς ἀνάστασι τοῦ γεννηθέντος ἀπό αὐτήν ἀσπόρως, νά σηκώση τήν πέτρα, νά ὑποδείξη τόν κενό τάφο καί τά ἐντάφια, κι᾿ ἔτσι νά ἐπιβεβαιώση τήν καλή ἀγγελία. Διότι, λέγει, “ἀποκρινόμενος ὁ ἄγγελος, εἶπε στίς γυναῖκες.μή φοβῆσθε ἐσεῖς, ζητεῖτε τόν ᾿Ιησοῦ, τόν ἐσταυρωμένο; ἀναστήθηκε.ἰδού ὁ τόπος ὅπου ἐκοιτόταν ὁ Κύριος”. ᾿Εάν, λέγει, βλέπετε τούς φύλακες συγκλονισμένους ἀπό τόν φόβο, ἀλλά ἐσεῖς νά μήν φοβῆσθε. διότι γνωρίζω ὅτι ζητεῖτε ᾿Ιησοῦν τόν ἐσταυρωμένο.ἐσηκώθηκε, δέν εἶναι ἐδῶ. Διότι αὐτός, ὄχι μόνο εἶναι ἀκράτητος ἀπό τοῦ ἅδη καί τοῦ θανάτου καί τοῦ τάφου τά κλεῖστρα καί τούς μοχλούς καί τίς σφραγίδες, ἀλλ᾿ εἶναι καί κύριος τῶν ἀθανάτων καί οὐρανίων ἀγγέλων μας καί μόνος αὐτός εἶναι Κύριος τοῦ σύμπαντος.“ἰδέτε”, λέγει, “τόν τόπον ὅπου ἐκοιτόταν ὁ Κύριος καί πηγαίνετε γρήγορα νά εἰπῆτε στούς μαθητάς του ὅτι ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς”.

“᾿Αφοῦ δέ ἐξῆλθαν”, λέγει, “μέ φόβο καί χαρά μεγάλη”. ᾿Εγώ νομίζω πάλι ὅτι τόν μέν φόβο ἔχει ἀκόμη ἡ Μαγδαληνή Μαρία καί οἱ ἄλλες γυναῖκες πού εἶχαν ἔλθει ἕως τότε μαζί (διότι αὐτές δέν κατενόησαν τήν σημασία τῶν λόγων τοῦ ἀγγέλου οὔτε μπόρεσαν νά συλλάβουν τελείως τό φῶς, ὥστε νά ἰδοῦν καί μάθουν ἀκριβῶς), ἐνῶ ἡ Θεομήτωρ ἀπέκτησε τή μεγάλη χαρά, διότι κατενόησε τά λόγια τοῦ ἀγγέλου καί παραδόθηκε ὁλόκληρη στό φῶς, ὡς τελείως καθαρά καί θείως χαριτωμένη, ἐγνώρισε μέ ὅλα αὐτά τήν ἀλήθεια κι᾿ ἐπίστευσε στόν ἀρχάγγελο, ἐπειδή αὐτός ἀπό πολύν καιρό τῆς ἐφάνηκε διά τῶν ἔργων ἀξιόπιστος. Πῶς ἄλλωστε, ἀφοῦ ἦταν παροῦσα στά γεγονότα ἡ θεόσοφος Παρθένος, δέν θά κατανοοῦσε τό συμβάν, ἀφοῦ δηλαδή εἶδε σεισμό, καί μάλιστα μεγάλο, ἄγγελο νά κατέρχεται ἀπό τόν οὐρανό, καί μάλιστα ἀστραποβόλο, τή νέκρωσι τῶν φυλάκων καί τοῦ λίθου τήν μετάθεσι, τήν κένωσι τοῦ τάφου καί τό μέγα θαῦμα τῶν ἐνταφίων, πού ἦσαν ἄλυτα καί συγκρατημένα μέ σμύρνα καί ἀλόη καί συγχρόνως ἐφαίνονταν ἀδειανά ἀπό τό σῶμα, καί ἐπί πλέον ἀφοῦ ἔλαβε τήν χαρμόσυνη πρός αὐτήν θέα καί ἀγγελία τοῦ ἀγγέλου; ῞Οταν δέ ἐξῆλθαν μετά τόν εὐαγγελισμό τοῦτον, ἡ μέν Μαγδαληνή Μαρία, σάν νά μήν ἄκουσε κἄν τόν ἄγγελο, ἀφοῦ ἄλλωστε οὔτε ἐκεῖνος ὡμίλησε γι’ αὐτήν, διαπιστώνει μόνο τήν κένωσι τοῦ τάφου, χωρίς νά ἀναφέρει καθόλου τά ἐντάφια.καί τρέχει πρός τόν Σίμωνα Πέτρο καί τόν ἄλλο μαθητή, ὅπως λέγει ὁ ᾿Ιωάννης.

῾Η δέ Θεομήτωρ Παρθένος, συνοδευομένη ἀπό ἄλλες γυναῖκες, ἐπανερχόταν πάλι ἐκεῖ ἀπό ὅπου ἦλθε.καί ἰδού, ὅπως λέγει ὁ Ματθαῖος “ὁ ᾿Ιησοῦς τίς συνάντησε λέγοντας, χαίρεται”. Βλέπετε ὅτι καί πρίν ἀπό τήν Μαγδαληνή Μαρία ἡ Θεομήτωρ εἶδε αὐτόν πού γιά τήν σωτηρία μας ἔπαθε σαρκικά καί ἐτάφηκε καί ἀναστήθηκε; “Αὐτές δέ”, λέγει, “προσῆλθαν, ἔπιασαν τά πόδια του καί τόν προσκύνησαν”. ῞Οπως δέ, ὅταν ἡ Θεοτόκος ἄκουσε τό εὐαγγέλιο τῆς ἀναστάσεως μαζί μέ τήν Μαγδαληνή Μαρία ἀπό τόν ἄγγελο, μόνο αὐτή κατάλαβε τή σημασία τῶν λόγων, ἔτσι καί μαζί μέ τίς ἄλλες γυναῖκες, ὅταν συνάντησε τόν Υἱό καί Θεό, πρώτη ἀπό ὅλες τίς ἄλλες εἶδε καί ἀναγνώρισε τόν ἀναστάντα καί προσπίπτοντας ἔπιασε τά πόδια του κι᾿ ἔγινε ἀπόστολός του πρός τούς ᾿Αποστόλους.

῞Οτι δέ ἡ Μαγδαληνή Μαρία δέν ἦταν μαζί μέ τήν Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἐπιστρέφοντας ἀπό τόν τάφο τήν συνάντησε καί τῆς παρουσιάσθηκε καί τῆς ὡμίλησε ὁ Κύριος, διδασκόμαστε ἀπό τόν ᾿Ιωάννη. διότι, λέγει, “τρέχει αὐτή πρός τόν Σίμωνα Πέτρο καί πρός τόν ἄλλο μαθητή, τόν ὁποῖο ἀγαποῦσε ὁ ᾿Ιησοῦς, καί λέγει σ᾿ αὐτούς, ἐσήκωσαν τόν Κύριο ἀπό τό μνῆμα καί δέν γνωρίζομε πού τόν ἐτοποθέτησαν”. Πῶς τάχα, ἄν τόν εἶδε καί τόν ἄγγισε μέ τά χέρια της καί τόν ἄκουσε νά ὁμιλῆ, θά ἔλεγε τέτοια πράγματα, ὅτι τόν ἐσήκωσαν καί τόν μετέθεσαν, ποῦ ὅμως, δέν γνωρίζομε; ᾿Αλλά μετά τό δρόμο τοῦ Πέτρου καί τοῦ ᾿Ιωάννη πρός τόν τάφο καί τήν ἐκεῖ θέα τῶν σινδονιῶν καί τήν ἐπιστροφή, λέγει, “ἡ δέ Μαρία ἐστεκόταν κόντα στό μνημεῖο ἔξω κλαίοντας”.

Βλέπετε ὅτι ὄχι μόνο δέν τόν εἶχε ἰδεῖ ἀκόμη, ἀλλ᾿ οὔτε κἄν εἶχε πληροφορηθῆ σχετικά; Καί ὅταν δέ τήν ἐρώτησαν οἱ παρουσιασθέντες ἄγγελοι, γυναῖκα, “γιατί κλαίεις”, ἐκείνη πάλι ἀποκρίνεται σάν γιά νεκρό. Καθώς δέ ἐστράφηκε καί εἶδε τόν ᾿Ιησοῦ, οὔτε τότε δέν ἐκατάλαβε, ἀλλά ἐρωτωμένη ἀπό αὐτόν, τί κλαίει, ἀπαντᾶ παρόμοια, ἕως ὅτου ἐκεῖνος, καλώντας την ὀνομαστικά, παρουσίασε τόν ἑαυτό του ζωντανό. Τότε λοιπόν προσπίπτοντας καί αὐτή καί ζητώντας νά προσφέρη τόν ἀσπασμό στά πόδια ἐκείνου, ἄκουσε ἀπό αὐτόν τίς λέξεις, “μή μ᾿ ἐγγίζης”. ᾿Από αὐτό μαθαίνομε ὅτι, ὅταν προηγουμένως ἐφάνηκε στή μητέρα καί στίς γυναῖκες πού ἦσαν μαζί, μόνο σ᾿ αὐτήν ἐπέτρεψε νά πιάση τά πόδια του, ἄν καί ὁ Ματθαῖος ἀποδίδει τοῦτο καί στίς ἄλλες γυναῖκες, μή θέλοντας γιά τήν αἰτία πού εἴπαμε στήν ἀρχή νά προβάλη φανερά τήν μητέρα στό θέμα αὐτό.

᾿Αφοῦ δέ πρώτη ἦλθε στόν τάφο ἡ ἀειπάρθενος Μαρία καί πρώτη ἐδέχθηκε τό μήνυμα τῆς ἀναστάσεως, ἔπειτα ἦλθαν πολλές μαζί, εἶδαν καί ἐκεῖνες τήν πέτρα ἀποκυλισμένη καί ἄκουσαν τούς ἀγγέλους, πού ἐπιστρέφοντας μέ τό ἄκουσμα αὐτό καί τήν θέα ἐχωρίσθηκαν. ῎Αλλες, ὅπως λέγει ὁ Μάρκος, “ἔφυγαν ἀπό τό μνῆμα, κυριαρχημένες ἀπό φόβο καί ἔκστασι καί δέν εἶπαν σέ κανένα τίποτε, διότι ἐφοβοῦνταν“.ἄλλες ἀκολούθησαν τήν Μητέρα τοῦ Κυρίου, καί αὐτές ἦσαν πού ἐπέτυχαν τήν θέα καί συνομιλία τοῦ Δεσπότη. ῾Η δέ Μαγδαληνή ἐπῆγε στόν Πέτρο καί τόν ᾿Ιωάννη, μαζί μέ τούς ὁποίους ἔρχεται πάλι μόνη στόν τάφο.ὅταν δέ ἐκεῖνοι ἀναχώρησαν, αὐτή παραμένοντας ἀξιώνεται τῆς δεσποτικῆς θέας, στέλλεται καί αὐτή πρός τούς ᾿Αποστόλους καί ἔρχεται πάλι πρός αὐτούς, γιά ν᾿ ἀπαγγείλη σέ ὅλους, ὅπως λέγει ὁ ᾿Ιωάννης, “ὅτι εἶδε τόν Κύριο, πού εἶπε σ᾿ αὐτήν αὐτά”. Αὐτή λοιπόν ἡ θέα λέγει καί ὁ Μάρκος ὅτι ἔγινε πρωί, δηλαδή κατά τήν πλήρη ἀρχή τῆς ἡμέρας, ἀφοῦ ἐπέρασε ὅλος ὁ ὄρθρος, ἀλλά δέν ἰσχυρίζεται ὅτι τότε ἔγινε ἡ ἀνάστασις τοῦ Κυρίου ἤ ἡ πρώτη ἐμφάνισίς του.

῎Εχομε λοιπόν τά συμβάντα ἐξακριβωμένα καί τήν ἀπό τήν ἀρχή ζητουμένη συμφωνία τῶν τεσσάρων εὐαγγελιστῶν ὡς πρός αὐτά. Οἱ δέ μαθηταί κατά τήν ἡμέρα τῆς ἀναστάσεως τήν ἴδια, ἐνῶ ἄκουσαν ἀπό τίς Μυροφόρες καί τόν Πέτρο, καθώς καί ἀπό τόν Λουκᾶ καί τόν Κλεόπα, ὅτι ὁ Κύριος ζῆ καί ἐθεάθηκε ἀπό αὐτές, ἀπίστησαν.γι᾿ αὐτό ὀνειδίζονται ἀπό αὐτόν, ὅταν τούς ἐμφανίσθηκε ὕστερα, καθώς ἦσαν συναθροισμένοι μαζί. ῞Οταν ὅμως παρέστησε τόν ἑαυτό του ζωντανό κατά πολλούς τρόπους καί πολλές φορές, ὄχι μόνο ἐπίστευσαν ὅλοι, ἀλλά καί ἐκήρυξαν παντοῦ.“ὁ λόγος τους ἐξῆλθε σέ ὅλη τή γῆ καί τά ρήματά τους ἔφθασαν στά πέρατα τῆς οἰκουμένης”, “ἐνῶ ὁ Κύριος συνεργοῦσε καί ἐβεβαίωνε τόν λόγο μέ τά συνοδευτικά θαύματα”.διότι τά θαύματα ἦσαν ἀναγκαιότατα, μέχρις ὅτου κηρυχθῆ ὁ λόγος σέ ὅλη τή γῆ. ᾿Αλλά χρειάζονται μέν σημεῖα καί τεράστια θαύματα πρός παράστασι καί βεβαίωσι τῆς ἀληθείας τοῦ κηρύγματος.χρειάζονται ὅμως σημεῖα, ἀλλ᾿ ὄχι τεράστια πρός παράστασι αὐτῶν πού ὑποδέχθηκαν τόν λόγο, ἄν βεβαίως ἐπίστευσαν. Ποιά δηλαδή σημεῖα; Τά ἀπό τά ἔργα. “Δεῖξε μου”, λέγει, “τήν πίστη σου ἀπό τά ἔργα σου”, καί “ποιός εἶναι πιστός, ἄς δείξη τά ἔργα του ἀπό τήν καλή διαγωγή”. Ποιός θά πιστεύση πραγματικά ὅτι ἔχει διάνοια θεία καί ὑψηλή, καί θά ἐλέγαμε οὐράνια, ὅπως εἶναι ἡ εὐσέβεια, αὐτός πού ἐπιδίδεται σέ φαῦλα ἔργα καί εἶναι προσηλωμένος στή γῆ καί στά γήινα;

Δέν ὠφελεῖ τίποτε λοιπόν, ἀδελφοί, ἐάν λέγη κανείς ὅτι ἔχει θεία πίστι, δέν ἔχει ὅμως ἔργα κατάλληλα στήν πίστι. Τί ὠφέλησαν οἱ λαμπάδες τίς μωρές παρθένους, ἀφοῦ δέν εἶχαν ἔλαιο, δηλαδή τά ἔργα τῆς ἀγάπης καί τῆς συμπαθείας; Τί ὠφέλησε ἡ ἐπίκλησις τοῦ ᾿Αβραάμ σάν πατρός τόν πλούσιο ἐκεῖνον πού τηγανιζόταν στήν ἄσβεστη φλόγα ἐξ αἰτίας τῆς ἀσυμπαθείας πρός τόν Λάζαρο; Τί ὠφέλησε ἡ δῆθεν εὐπείθεια πρός τήν πρόσκλησι ἐκεῖνον τόν ἄνθρωπον πού δέν εἶχε ἀποκτήσει διά τῶν ἀγαθῶν ἔργων ἔνδυμα κατάλληλο γιά τό θεῖο γάμο καί γιά τόν ἄφθαρτο ἐκεῖνο νυμφῶνα; Προσκλήθηκε μέν καί προσῆλθε, διότι ἐπίστευσε ὁπωσδήποτε, καί παρακάθησε μέ τούς ἁγίους ἐκείνους συνδαιτυμόνες, ἀλλ᾿ ὅταν ἐξεσκεπάσθηκε καί καταισχύνθηκε, ὡς ἐνδεδυμένος τήν φαυλότητα ἀπό τά ἤθη καί τίς πράξεις ἐδέθηκε ἀνηλεῶς χειροπόδαρα κι᾿ ἐρρίφθηκε στή γέεννα τοῦ πυρός, ὅπου ἐπικρατεῖ ὁ κλαυθμός καί ὁ τρυγμός τῶν ὀδόντων.

Αὐτήν εἴθε νά μή τήν δοκιμάση κανείς Χριστιανός, ἀλλ᾿ ἐπιδεικνύοντας ὅλοι διαγωγή πρέπουσα στήν πίστι, νά εἰσέλθωμε στόν νυμφώνα τῆς ἄφθαρτης εὐφροσύνης καί νά ζήσωμε αἰωνίως μαζί μέ τούς ἁγίους ἐκεῖ, ὅπου εἶναι ἡ κατοικία ὅλων τῶν εὐφραινομένων. Γένοιτο.

ΠΗΓΗ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ Ι.ΜΟΝΗΣ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΑΡΕΑ

Παρασκευή 7 Μαΐου 2021

 ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ

Ἔρχομαι νὰ καταβάλλω χωρὶς ἄλλο τὴν ὀφειλή μου. Γιατὶ κι ἂν εἶμαι φτωχὸς ὅμως θέλω νὰ ἀποσπάσω βίαια τὴν εὐγνωμοσύνη σας. Ἔδωσα τὴν ὑπόσχεση νὰ σᾶς φανερώσω τὴν ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ καὶ τώρα ἔρχομαι νὰ τὴν ἐκπληρώσω. Τὶς πρῶτες ὀφειλὲς πρῶτα βιάζομαι νὰ ἐξοφλῶ, γιὰ νὰ μὴ μὲ πνίξουν οἱ τόκοι ποὺ μαζεύονται. Συνεργαστῆτε καὶ σεῖς στὴν καταβολὴ τοῦ χρέους μου καὶ ἱκετέψετε τὸ Θωμᾶ, νὰ βάλῃ στὰ χείλη μου τὸ ἅγιο χέρι του, ποὺ ἄγγιξε τὴν πλευρὰ τοῦ Κυρίου, νὰ νευρώσῃ τὴ γλῶσσα μου, γιὰ νὰ σᾶς ἐξηγήσῃ ὅσα ποθῆτε. Κι ἐγὼ παίρνοντας θάρρος ἀπὸ τὶς πρεσβεῖες τοῦ ἀποστόλου καὶ μάρτυρα Θωμᾶ διαλαλῶ τὴν πρώτη του ἀπιστία καὶ τὴν ὕστερη ὁμολογία, ποὺ εἶναι τῆς Ἐκκλησίας κρηπίδα καὶ θεμέλιο. Ὅταν μπῆκε ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητάς του, ἐνῷ οἱ πόρτες ἦσαν κλεισμένες καὶ βγῆκε πάλι μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ὁ Θωμᾶς ἔλειπε μονάχα. Ἦταν κι αὐτὸ ἔργο τῆς θείας οἰκονομίας. Ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ μαθητοῦ νὰ προξενήσῃ περισσότερη ἀσφάλεια καὶ βεβαιότητα. Γιατὶ ἂν ἦταν μαζὶ ὁ Θωμᾶς, δὲ θὰ εἶχε βέβαια ἀμφιβολία· κι ἂν δὲν εἶχε ἀμφιβολία, δὲν θὰ ζητοῦσε μ᾿ ἐπιμονή· καὶ ἂν δὲν ζητοῦσε, δὲ θὰ ψηλαφοῦσε· ἂν ὅμως δὲν ψηλαφοῦσε, δὲ θὰ ὡμολογοῦσε τὸν Κύριο καὶ Θεὸ κι ἂν δὲν ὡμολογοῦσε Κύριο καὶ Θεό, τὸ Χριστό, δὲ θὰ εἴχαμε ἐμεῖς διδαχθῆ νὰ τὸν δοξολογοῦμε μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο. Ὥστε μὲ τὴν ἀπιστία του ὁ Θωμᾶς μᾶς ποδηγέτησε πρὸς τὴν ἀλήθεια καὶ ὅταν ἦρθε ὕστερα σταθεροποίησε τὴν πίστη μας.

Έλεγαν λοιπὸν οἱ μαθηταὶ στὸ Θωμᾶ ὅταν ἦρθε. Ἔχομε δεῖ τὸν Κύριο, ἔχομε δεῖ αὐτὸν ποὺ εἶπε· ἐγὼ εἶμαι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ἔχομε δεῖ αὐτὸν ποὺ εἶπε ἐγὼ εἶμαι ἡ ἀνάσταση καὶ ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀλήθεια· καὶ βρήκαμε τὴν ἀλήθεια τῶν λόγων νὰ λάμπῃ μέσα στὰ πράγματα. Ἔχομε δεῖ αὐτὸν ποὺ εἶπε· σὲ τρεῖς ἡμέρες σηκώνομαι, κι ἀφοῦ εἴδαμε μὲ τὰ μάτια μας τὴν ἀνάσταση προσκυνήσαμε αὐτὸν ποὺ ἀναστήθηκε. Τὸν ἀκούσαμε νὰ μᾶς λέῃ «εἰρήνη σ᾿ ἐσᾶς», κι ἀλλάξαμε τὸ σκοτισμὸ τῆς λύπης σὲ γαλήνια χαρά. Εἴδαμε τὰ χέρια του ποὺ δέχτηκαν τὶς αἰχμὲς τῶν καρφιῶν, εἴδαμε τὰ χέρια ποὺ κατηγοροῦν τὴ λύσσα τῶν θεομάχων σκυλιῶν, εἴδαμε τὰ χέρια ποὺ ὕφαναν τὴν ἀφθαρσία μας. Εἴδαμε καὶ τὴν πλευρὰ ποὺ κραυγάζει καθαρώτερα ἀπὸ κάθε κήρυκα τὴν καλωσύνη τοῦ πληγωμένου. Εἴδαμε τὴν ἴδια τὴν πλευρά, ποὺ οἱ ἄγγελοι ὑμνοῦν καὶ οἱ πιστοὶ σέβονται καὶ οἱ δαίμονες τρέμουν. Δεχτήκαμε καὶ τὴ θεϊκὴ πνοὴ ἀπὸ τὸ θεϊκὸ στόμα του, φύσημα πνευματικό, φύσημα ποὺ σκορπίζει κάθε χάρη. Ὁ ἐξουσιαστὴς ἔδωσε καὶ σ᾿ ἐμᾶς ἐξουσία νὰ συγχωροῦμε τὰ σφάλματα. Ἀποκτήσαμε τὸ δικαίωμα νὰ κρίνωμε τοὺς ἁμαρτωλούς, ἀφοῦ μᾶς ἔδωσε τέτοια ἐντολή. Ἂν ἀφήσετε τὶς ἁμαρτίες μερικῶν, ἀφήνονται· ἂν μερικῶν τὶς κρατήσετε, κρατοῦνται. Τέτοια βαθειὰ χαρὰ πήραμε ἀπ᾿ τὸ Σωτῆρα, τέτοια δῶρα ἀπολαύσαμε. Ἀδύνατο νὰ μὴν πλουτίσωμε, ἀφοῦ μας ἔτυχε τέτοιος Κύριος. Ἔμεινε φτωχὸς μόνο αὐτὸς ποὺ δὲ βρέθηκε μαζί μας. Κι ὁ Θωμᾶς τί τοὺς εἶπε. Ἔχετε δεῖ τὸν Κύριο; Καλά. Αὐτὸν ποὺ εἴδατε λοιπὸν νὰ τὸν σέβεστε πιὸ πολύ. Αὐτὸν ποὺ παρατηρήσατε, νὰ τὸν κηρύττετε ἀδιάκοπα. Ἐγὼ ὅμως, ἂν δὲ δῶ μέσα στὶς παλάμες του τὰ ἴχνη τῶν καρφιῶν καὶ δὲ βάλω τὸ δάχτυλό μου στὸ σημάδι ἀπ᾿ τὰ καρφιὰ καὶ δὲ βάλω τὸ χέρι μου στὴν πλευρά του, δὲ θὰ πιστέψω. Κι ἐσεῖς δὲ θὰ πιστεύατε, ἂν δὲν βλέπατε πρῶτα· ἔτσι κι ἐγὼ ἂν δὲν ἰδῶ δὲ θὰ πιστέψω». Μεῖνε, Θωμᾶ, σταθερὸς στὸν πόθο σου αὐτόν, μεῖνε σταθερός με ἐπιμονή, γιὰ νὰ δῇς ἐσὺ καὶ νὰ βεβαιωθῇ ἡ ψυχή μου. Μεῖνε σταθερός, ζητώντας αὐτὸν ποὺ εἶπε, «Ζητᾶτε καὶ θὰ βρῆτε». Μὴν προσπεράσης ἁπλῶς, ἐρευνώντας, ἂν δὲν εὕρῃς τὸ θησαυρὸ ποὺ ζητᾷς, χτύπα μ᾿ ἐπιμονὴ τὴν πόρτα τῆς ἀναντίρρητης γνώσης, ὥσπου νὰ σοῦ τὴν ἀνοίξῃ αὐτὸς ποὺ εἶπε «χτυπᾶτε καὶ θὰ σᾶς ἀνοίξω». Ἀγαπῶ τὸ διχασμὸ τῶν λογισμῶν σου, γιατί κόβει κάθε διχασμό. Ἀγαπῶ τὴ φιλομάθειά σου, γιατί κόβει σύρριζα κάθε φιλονεικία. Μὲ χαρὰ ἀκούω πολλὲς φορὲς τὰ λόγια σου· ἂν δὲ δῶ στὰ χέρια του τὸ σημάδι ἀπ᾿ τὰ καρφιά, δὲ θὰ πιστέψω. Γιατί σὺ ἀπιστεῖς κι ἐγὼ μαθαίνω νὰ πιστεύω. Ἐσὺ σκάβεις μὲ τὸ δικέλλι τῆς γλώσσας τὸ θεῖο σῶμα, κι ἐγὼ θερίζω ἄκοπα τὸν καρπὸ καὶ τὸν μαζεύω γιὰ μένα. Ἂν δὲν ἰδῶ μ᾿ αὐτά μου τὰ μάτια μέσα στ᾿ ἅγια του χέρια, τ᾿ αὐλάκια ποὺ σὰν μὲ ἀλέτρι χάραξαν οἱ ἀσεβεῖς, μὲ κανένα τρόπο δὲ θὰ συμφωνήσω μὲ τὰ λόγιά σας. Ἂν δὲ βάλω αὐτό μου τὸ δάχτυλο στὶς λακκοῦβες τῶν καρφιῶν, δὲ θὰ δεχτῶ τὸ καλὸ μήνυμά σας. Ἂν δὲν κρατήσω μ᾿ αὐτό μου τὸ χέρι τὴν πλευρὰ ἐκείνη, ποὺ ἀνύποπτη μαρτυρεῖ τὴν ἀνάσταση, δὲν μπορῶ νὰ πιστέψω τὴ γνώμη σας. Γιατί κάθε λόγος εἶναι ἰσχυρὸς καὶ βέβαιος, ἂν δεχτῇ τὴ συνηγορία ὅλων τῶν πραγμάτων· καὶ κάθε λόγος ποὺ δὲν ἔχει τὴ μαρτυρία τῶν ἔργων εἶναι χωρὶς σημασία καὶ ἀπὸ τὸ στόμα στὸν ἀέρα χάνεται. Θὰ κηρύξω στοὺς ἀνθρώπους τὰ θαύματα τοῦ Δασκάλου. Πῶς λοιπὸν μὲ τὰ λόγια νὰ πῶ αὐτὰ ποὺ δὲν ἀντιλήφθηκα μὲ τὰ μάτια μου; Πῶς θὰ κάνω τοὺς ἄπιστους νὰ πιστέψουν, αὐτὰ ποὺ μήτε ἐγὼ δὲν τἄχω παρακολουθήσει; Νὰ πῶ στοὺς Ἰουδαίους καὶ στοὺς Ἕλληνες ὅτι ἔχω δεῖ τὸν Κύριό μου νὰ τὸν σταυρώνουν. Δὲν τὸν εἶδα ὅμως νὰ ἔχει ἀναστηθῇ ἀλλὰ μόνο ἄκουσα. Καὶ ποιὸς δὲν θὰ περιπαίξῃ τὰ λόγια μου; Ποιὸς δὲ θὰ δείξη περιφρόνηση στὸ κήρυγμά μου; Ἄλλο πρᾶγμα εἶναι ν᾿ ἀκούσῃς κάτι καὶ ἄλλο νὰ τὸ δῇς, ἄλλο πρᾶγμα εἶναι ἡ ἀφήγηση λόγων κι ἄλλο ἡ θέα καὶ ἡ ἐμπειρία τῶν πραγμάτων. Ἔτσι ἐπειδὴ ὁ Θωμᾶς εἶχε ἀμφίβολη γνώση, σὲ ὀχτὼ μέρες ὁ Δεσπότης ξαναῆρθε πάλι στοὺς μαθητάς του ποὺ ἦταν συγκεντρωμένοι ὅλοι μαζί. Ἄφησε πρῶτα νὰ κατηχηθῆ ὁ Θωμᾶς ἀπὸ τοὺς συμμαθητάς του στὶς ἐνδιάμεσες μέρες. Παραχώρησε νὰ φλογιστῇ ἀπὸ τὴ δίψα νὰ τὸν ἀντικρύσῃ. Κι ὅταν ἡ ψυχή του ἄναψε ἀπὸ τὸν σφοδρὸ πόθο τῆς θέας του, τότε στὴν ὥρα πάνω ὁ ποθητὸς βρῆκε αὐτόν, ποὺ τὸν ποθοῦσε. Ὅμοια, ὅπως καὶ πρῶτα, μὲ κλεισμένες τὶς πόρτες τὸ ἔκανε αὐτὸ καὶ ξανά, ὅπως καὶ πρῶτα, τοὺς εἶπε· «εἰρήνη σ᾿ ἐσᾶς», γιὰ νὰ ταυτιστῇ τὸ πρᾶγμα μὲ τὸ θαῦμα καὶ γιὰ νὰ βεβαιώσῃ τὸ λόγο τῶν ἀποστόλων καὶ γιὰ νὰ παραστήσῃ τὴν ἀκρίβεια τοῦ δεύτερου ἐρχομοῦ του. Ἔπειτα εἶπε στὸ Θωμᾶ. Βάλε τὸ δάχτυλό σου ἐδῶ καὶ ἰδὲς τὰ χέρια μου. Τί ὕψος ἀπέραντης φιλανθρωπίας! Τί πέλαγος ἀμέτρητης συγκαταβάσεως! Δὲν περίμενε τὴν προσέλευση τοῦ μαθητοῦ, δὲν περίμενε νὰ πλησιάσῃ αὐτὸς ποὺ εἶχε ἀνάγκη, νὰ παρακαλέσῃ καὶ νὰ ἐπιτύχῃ ὅτι ἤθελε. Μήτε γιὰ λίγο δὲν τὸν στέρησε ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ ἀγαπημένος αὐτὸν ποὺ τὸν ἀγαποῦσε μὲ τὴ βία τραβοῦσε κοντά του, ὁ ἴδιος ἔσυρε στὴν πληγὴ τὸ δάχτυλο ἐκείνου ποὺ εἶχε τὸν πόθο, ὁ ἴδιος με τὴ δεσποτικὴ γλῶσσα του, τράβηξε τὸ δουλικὸ χέρι λέγοντας σ᾿ αὐτόν. Βάλε τὸ δάχτυλό σου ἐδῶ καὶ ἰδὲς τὰ χέρια μου.

Ἄκουσα, Θωμᾶ, ἀπὼν σὰν ἄνθρωπος ἀλλὰ παρὼν σὰν Θεός, ὅ,τι εἶπες στοὺς ἀδελφούς σου. Ἤμουν κοντά σας μὲ τὴ θεϊκότητά μου καὶ χώρια σας μὲ τὴν ἀνθρωπίνη φύση μου. Θέλεις νὰ σοῦ ὑπενθυμίσω τὰ λόγια ποὺ εἶπες προηγουμένως; Δὲν εἶπες, ἂν δὲ δῶ μέσα στὰ χέρια τοῦ τὰ σημάδια τῶν καρφιῶν καὶ δὲ βάλω τὸ δάχτυλό μου στὰ σημάδια τῶν καρφιῶν καὶ δὲ βάλω τὸ χέρι μου στὴν πλευρά του, δὲ θὰ πιστέψω; Δὲ βγῆκαν ἀπὸ τὰ χείλη σου τὰ λόγια αὐτά; Τὰ λόγια αὐτὰ δὲ ἀνταποκρίνονται στοὺς λογισμούς σου; Γι᾿ αὐτὸ ξαναῆλθα· γιὰ νὰ μὴν ἀμφιβάλλῃς. Γι᾿ αὐτὸ εἶμαι κοντὰ σας δεύτερη φορά, γι᾿ αὐτὰ ποὺ ἐπιθυμεῖς ἔχω φτάσει καὶ τώρα ἦρθα γιὰ σένα, τὸν ἕνα, ἐγὼ ποὺ γιὰ τὸ χαμένο πρόβατο κατέβηκα ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς χωρὶς ἐν τούτοις νὰ τοὺς ἀφήσω. Μὴ διστάσῃς λοιπὸν νὰ μάθῃς ὅ,τι ποθεῖς, μὴν ντρέπεσαι νὰ κοιτάξῃς καλὰ ὅ,τι θέλεις. Μὴν ἀποφύγῃς νὰ βάλῃς τὸ δάχτυλό σου στὰ ἴδια τὰ χέρια μου. Ἀνέχομαι καὶ τὰ περίεργα δάχτυλα, ὅπως ἀνέχτηκα τὰ καρφιά. Ὑπομένω τὴν περιέργεια τοῦ φίλου, ὅπως ὑπόμεινα τὴν κακία τῶν ἐχθρῶν. Μὲ σταύρωσαν οἱ ἐχθροί μου καὶ δὲν ἀγανάκτησα καὶ δὲ θὰ ὑποφέρω τὴν δική σου ἐξέταση; Βάλε τὸ δάχτυλό σου ἐδῶ καὶ ἰδὲς τὰ χέρια μου, ποὺ τραυματίστηκαν γιὰ σᾶς, γιὰ νὰ θεραπεύουν τὰ χτυπήματα τῶν δικῶν σὰς ψυχῶν. Ἰδὲς τὰ χέρια μου καὶ συλλογίσου ἂν εἶμαι ἐκεῖνος ποὺ θεληματικὰ σταυρώθηκε ἡ κάποιος ἄλλος. Ἰδὲς τὰ χέρια μου, ποὺ ἄφησα νὰ διατηροῦν τὰ σύμβολα τῆς Ἑβραϊκῆς μανίας κι ὅταν μὲ τὴ συνηθισμένη ἀναίδειά τούς μοῦ ποῦν οἱ Ἑβραῖοι κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως ὅτι ἐμεῖς Κύριε, δὲ σὲ σταυρώσαμε, τότε θὰ δείξω σ᾿ αὐτοὺς ποὺ μὲ πολέμησαν, τὰ χέρια μου μ᾿ αὐτὴ τὴ μορφὴ καὶ θὰ ντροπιάσω τοὺς Ἑβραίους μόλις τ᾿ ἀντικρύσουν. Ἰδὲς τὰ χέρια μου, καὶ τὸ ἀληθινὸ γεγονὸς τῆς ἀναστάσεώς μου μὴ νομίσῃς πῶς εἶναι μία φαντασία. Κράτησε αὐτὰ τὰ χέρια, σὰν ὁμήρους γιὰ τὸν ξαναγεννημό σας. Κράτησε αὐτὰ τὰ χέρια, σὰν ἐνέχυρα γιὰ τὴν ἀνάστασή σας μέσα ἀπὸ τὸν τάφο. Κράτησε αὐτὰ τὰ χέρια, σὰν ἄγκυρα ποὺ ἔπεσε στὸ βυθὸ τοῦ Ἅδη. Καμμιὰ χειμωνιὰ τῆς ζωῆς μὴ φοβηθῇς, καμμιὰ ζάλη τοῦ κόσμου ἂς μὴ σὲ ζαλίσῃ. Μὴ φοβηθῇς τὸ φύσημα τῶν ἀντιθέτων ἀνέμων, ἂς μὴ σὲ ἀνησυχήσουν οἱ καταιγίδες κι οἱ σκόπελοι τῆς θάλασσας τῶν ἐχθρῶν. Πέρνα μὲ θάρρος τὸ πέλαγος τῆς ζωῆς, ταξίδευε κρατώντας τὴν ἄγκυρα τοῦ πνεύματος, ταξίδευε ἔχοντας μπροστά σου σὰν λιμάνι τὸν οὐρανό. Ταξίδευε καὶ νὰ φοβᾶσαι μόνο τῆς ἀρνήσεώς μου τὸ ναυάγιο. Περιγέλα τὸ θάνατο σὰ νεκρό, περίπαιζε τὴ φθορὰ σὰν ἀνίσχυρη. Ἀποδέχου γιὰ χάρη μου τὸ τέλος τῆς ζωῆς σὰν ἀρχὴ μιᾶς πιὸ ἐσωτερικῆς ζωῆς καὶ φέρε τὸ χέρι σου καὶ βάλτο στὴν πλευρά μου. Ἄντλησε μὲ τὸ χέρι σου ἀπὸ τὴ βρύση αὐτὴ τῆς ζωῆς τὸ νᾶμα ποὺ ποθεῖς, τὴ δίψα σου ἀνακούφισε. Φέρε τὸ χέρι σου καὶ βάλτο στὴν πλευρά μου. Βάλε τὸ χέρι στὸ ἰατρεῖο τῆς πλάσης καὶ βγάλε τὸ φάρμακο τῆς ἐπιθυμίας σου. Δέχομαι ἄγγιγμα χεριοῦ ποὺ μ᾿ ἀγαπᾷ ἐγὼ ποὺ δέχτηκα τὴν πληγὴ τῆς λόγχης. Φέρε τὸ χέρι σου καὶ βάλτο στὴν πλευρά μου, γιὰ νὰ μπορεῖς ν᾿ ἀγωνίζεσαι γι᾿ αὐτήν, γιὰ νὰ μπορεῖς ν᾿ ἀποκριθῇς σ᾿ αὐτοὺς ποὺ πολεμοῦν τὴν ἀλήθεια, ὅτι μὲ εἶδες μετὰ τὴν Ἀνάσταση καὶ μ᾿ ἀναγνώρισες καὶ μὲ ψηλάφησες προσεκτικά. Φέρε τὸ χέρι σου καὶ βάλτο στὴν πλευρά μου. Γιὰ σένα τὴν ἄφησα ἔτσι ἐγὼ ποὺ θεράπευσα τὰ σώματα καὶ τὶς ψυχὲς τῶν ἄλλων. Πρόβλεψα σὰν Θεὸς ὅτι θὰ θελήσῃς νὰ τὴ δῇς ἔτσι καὶ βλέποντας τ᾿ ἀχνάρια τοῦ πάθους στὴν σάρκα μου θέλησα νὰ θεραπεύσῃς τὸ πάθος τῆς ψυχῆς σου. Φέρε τὸ χέρι σου, καὶ βάλτο στὴν πλευρά μου ποὺ τὴ φύλαξα ἔτσι μὲ κάποιο σκοπό. Ὅταν γυρίσω πάλι ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ καθίσω σὲ θρόνο κριτὴς ζωντανῶν καὶ νεκρῶν νὰ ἰδοῦν οἱ Ἑβραῖοι κατάματα τὰ ἔργα τῆς κακίας τους καὶ μόνοι τους ν᾿ αὐτοδικαστοῦν - καὶ μὴ φανῇς ἄπιστος ἀλλὰ πιστός. Κακὸ ἡ ἀπιστία, κάνει τὸν νοῦ νὰ βουλιάξῃ. Ἢ πίστη τὸν ἀναρπάζει στὸν οὐρανό. Ἡ ἀπιστία τυφλώνει τὴν ψυχή. Ἡ πίστη σκορπᾷ τὸ φῶς της στοὺς λογισμούς. ἡ πίστη καὶ τὰ ἀόρατα κατακάθαρα βλέπει, ὁ ἄπιστος εἶναι σ᾿ ἄγνοια ὁλοκληρωτική. Μὴ γίνῃς ἄπιστος ἀλλὰ πιστός. Παραμέρισε τὸ νέφος τῆς ἀπιστίας καὶ κοίταξε τὶς καθαρὲς ἀκτῖνες τῆς πίστης. Γίνου μέσα σὲ ὅλους ἄξιος ἀπόστολος τῆς θεότητάς μου. Γίνου τέτοιος ὅπως πρέπει νὰ εἶναι αὐτὸς ποὺ μὲ συνάντησε καὶ εἶδε τέτοια ὅπως ἐσύ. Ὅμοια μὲ τοὺς ἄλλους ἀποστόλους σὲ κάλεσα, ὅμοια μ᾿ αὐτοὺς σὲ τίμησα, ὅμοια μ᾿ αὐτοὺς ὁπλίσου. Ὅμοια μ᾿ αὐτοὺς εἶδες ὅ,τι εἶδαν, ὅμοια μ᾿ αὐτοὺς σὲ ἐμπιστεύθηκα σὰ φίλο, ὅλο μου τὸ μυστήριο, ὅμοια μ᾿ αὐτοὺς κήρυξε τὴ δύναμή μου. Μὴν πῶς πάλι, ἀφοῦ μὲ εἶδες μία φορά. Ἂν δὲ δῶ πάλι στὰ χέρια του τὰ σημάδια τῶν καρφιῶν δὲ θὰ πιστέψω. Ὅσο εἶμαι μαζί σας ἄφησε ἐλεύθερη, ὅπως θέλεις, τὴν περιέργειά σου. Ὅσο ἔχεις δίπλα σου τὸ οὐράνιο κλῆμα ὅλα τὰ κλαδιὰ καὶ τὰ σταφύλια τοῦ ἐρεύνησε. Θ᾿ ἀνεβῶ στοὺς οὐρανούς, ἀπ᾿ ὅπου ἦρθα στὴ γῆ, θ᾿ ἀνεβῶ, ὅπου εἶμαι. Θ᾿ ἀνεβῶ μὲ τὴν ἀνθρωπίνη φύση μου ἐκεῖ ἀπ᾿ ὅπου γιὰ χάρη σὰς κατέβηκα μὲ τὴ θεία μου φύση. Θ᾿ ἀνεβῶ μ᾿ αὐτό μου τὸ σῶμα, ἂν καὶ χωρὶς αὐτὸ ἦρθα ἀπὸ κεῖ κι ἔμεινα ἐκεῖ πέρα. Θ᾿ ἀνεβῶ στοὺς κόλπους τοὺς πατρικοὺς μὲ τὴ δική σας φύση, ἂν καὶ εἶμαι στοὺς κόλπους τοῦ πατέρα. Τελείωσα τὸ ἔργο μου γιὰ χάρη τοῦ ἔκανα αὐτὴ τὴν πορεία.

Ἀφοῦ ἄγγιξε λοιπὸν ὁ Θωμᾶς τὰ χέρια τοῦ Κυρίου καὶ τὴ θεία πλευρὰ γέμισε ἀπὸ δειλία καὶ ἀπὸ χαρὰ μαζὶ βλέποντας αὐτὰ ποὺ ἐπιθύμησε καὶ ἀμέσως ξεσπᾷ σὲ ὕμνο τοῦ Κυρίου κραυγάζοντας. Κύριέ μου καὶ Θεέ μου. Σὺ εἶσαι ὁ Κύριος καὶ ὁ Θεός. Σὺ εἶσαι ὁ ἄνθρωπος καὶ ὁ φιλάνθρωπος. Σὺ εἶσαι ξενόφερτος καὶ παράξενος γιατρὸς τῆς πλάσης. Δὲν κόβεις μὲ τὸ νυστέρι τ᾿ ἄρρωστα μέλῃ, δὲν καῖς μὲ τὴ φωτὰ τὶς πληγές, δὲν μαζεύεις ἀπ᾿ τὰ βοτάνια τὴν δύναμη τῶν φαρμάκων σου, δὲ δένεις μὲ ὁρατοὺς ἐπιδέσμους τὶς πληγὲς ποὺ μᾶς ἀφανίζουν. Διαθέτεις ἀόρατους ἐπιδέσμους ἀγάπης, ποὺ ἀόρατα τονώνουν τὰ καταπονημένα μέλη. Ἔχεις λόγο ποὺ εἶναι πιὸ κοφτερὸς ἀπὸ τὸ μαχαῖρι. Ἔχεις λόγο πιὸ δυνατὸ ἀπ᾿ τὴ φωτιά. Ἔχεις βλέμμα ἀπ᾿ τὸ φάρμακο πιὸ ἁπαλό. Σὰν δημιουργὸς ἁγιάζεις χωρὶς κόπο τὸ δημιούργημά σου, σὰν πλάστης χωρὶς νὰ κουραστῇς μεταπλάθεις τὰ πλάσματά σου. Σὺ κατὰ τὸ θέλημά σου τοὺς λεπροὺς καθάρισες, τοὺς κουτσούς τους ἔκανες νὰ τρέχουν, τοὺς παράλυτους νὰ σηκώνουν τὰ κρεβάτια τους, τοὺς γεννημένους τυφλοὺς τοὺς προστάζεις νὰ πετάξουν μὲ νίψιμο τὸ σκοτάδι. Ἐξώρισες τοὺς δαίμονες ἀπ᾿ τὰ δημιουργήματά σου, μὲ θέλημά σου πιάστηκες ἀπ᾿ τοὺς ἐχθροὺς καὶ ἀπ᾿ τοὺς Ἑβραίους, τὰ πάντα δέχτηκες γιὰ μένα στὸ σῶμα σου. Ὦ Κύριε καὶ Θεέ μου.

Ἀναγνώρισα τὸν Κύριό μου, ἀναγνώρισα τὸν ἁλιέα καὶ φύλακά μου, ἀναγνώρισα τὸ βασιλιὰ καὶ Κύριό μου. Ὦ Κύριέ μου καὶ Θεέ μου. Πιστεύω Κύριε στὴν οἰκονομία σου, πιστεύω στὴν συγκατάβασή σου, πιστεύω στὴν ἀνάληψη ἀπὸ μέρους σου τῆς φροντίδας μου, πιστεύω στὸν προσκυνητό σου σταυρό, πιστεύω στὰ παθήματα τῆς σάρκας σου, πιστεύω στὸν τριήμερο θάνατό σου, πιστεύω στὴν ἀνάστασή σου. Λοιπὸν δὲν ἔχω πιὰ περιέργεια. Πιστεύω, δὲν κάνω πιὰ ἔλεγχο. Πιστεύω, δὲν στήνω πιὰ τὴ ζυγαριὰ τοῦ νοῦ. Πιστεύω, δὲν ἔχω πιὰ περιέργεια. Πιστεύω στὰ μάτια μου καὶ στὰ χέρια μου. Μὲ δίδαξαν αὐτὰ ποὺ εἶδα νὰ μὴν κάνω ἔλεγχο. Ψηλάφησα κι ἔμαθα νὰ προσκυνῶ ὄχι νὰ φιλονικῶ. Ἕνα Κύριο καὶ Θεὸ γνωρίζω, τὸν Κύριό μου Χριστό. Ἂς εἶναι δεδοξασμένος καὶ δυνατὸς στοὺς αιωνες.Αμην.

ΠΗΓΗ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΙΕΡΟΥ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΟΣ ΑΓ.ΜΑΡΙΝΗΣ ΑΛΥΚΟΥ

 ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ-ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ! ΟΙ ΙΕΡΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ ΕΥΧΟΝΤΑΙ Ο ΑΝΑΣΤΑΣ ΚΥΡΙΟΣ ΝΑ ΕΥΛΟΓΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΑΓΙΑΖΕΙ ΟΛΟΥΣ!

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!

Η Ανάσταση του Χριστού & τα πρόβατα του Γεωργακού - Ορθοδοξία

Πέμπτη 22 Απριλίου 2021

 

Πρόγραμμα Αγιας και Μεγάλης Εβδομάδος 2021.
Κυριακή Βαΐων 6.30 μ.μ Ακολουθία του Νυμφίου.
Μ. Δευτέρα 7.00-9.00 π.μ Θ. Λειτουργία των Προηγιασμενων. 
6.30 μ.μ Ακολουθία του Νυμφίου χοροστατούντος του Σεβ.Ποιμεναρχου μας κ.κ.Σεραφειμ.
Μ. Τρίτη 7.00-9.00 π.μ Θ. Λειτουργία των Προηγιασμενων. 
6.30 μ.μ Ακολουθία του Νυμφίου χοροστατούντος του Σεβ. Μητροπολίτου Προικονησου κ.κ.Ιωσηφ.
Μ. Τετάρτη 7.00-9.00 π.μ. Θ. Λειτουργία των Προηγιασμενων. 
6.30μ.μ.Ακολουθια του Νυμφίου. 
Μ. Πέμπτη 7.30-9.30.π.μ Εσπερινός και Θ. Λειτουργία του Μ. Βασιλείου. 
5.30 μ.μ.Ακολουθια των Αγίων Παθών του Κυρίου. 
Μ. Παρασκευή 8.00π.μ. Ακολουθια των Μεγάλων Βασιλικών Ωρών. 
10.00π.μ. Εσπερινός (Αποκαθήλωση) 
6.00 μ.μ Ακολουθια του Επιταφίου Θρήνου. 
Μ. Σάββατο 7.30 -9. 30π.μ.Εσπερινος και Θ. Λειτουργία του Μ. Βασιλείου. (Πρώτη Ανάσταση) 
8.00μ.μ Ακολουθια της Παννυχιδος. 
9.00μ.μ. Ακολουθια της Αναστάσεως του Κυρίου και εν συνεχεία η Αναστασιμη Θ. Λειτουργία. 
Κυριακή του Πάσχα 6.00 μ.μ Ακολουθια του εσπερινού της Αγάπης.

Κυριακή 18 Απριλίου 2021

 Ἰωάννης Χρυσόστομος – «Ἀληθῶς Ἀνέστη»
Ἡ πλάνη πάντα αὐτοκαταστρέφεται καί, παρόλο ποὺ δὲν τὸ θέλει,
στηρίζει σὲ ὅλα τὴν ἀλήθεια.
Πρόσεξε: Ἔπρεπε ν ̓ ἀποδειχθεῖ ὅτι ὁ Χριστὸς πέθανε καὶ τάφηκε
καὶ ἀναστήθηκε.
Ἔ, λοιπὸν ὅλα αὐτὰ τὰ κατοχυρώνουν οἱ ἴδιοι οἱ ἐχθροί!
Ἐφ ̓ ὄσoν ἔφραξαν μὲ τὸν βράχο καὶ σφράγισαν καὶ φρούρησαν τὸν
τάφο, δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ γίνει καμία κλοπή.



Ἀφοῦ ὅμως δὲν ἔγινε κλοπὴ καὶ ἐν τούτοις ὁ τάφος βρέθηκε ἄδειος,
εἶναι ὁλοφάνερο καὶ ἀναντίρρητο ὅτι ἀναστήθηκε. Εἶδες πὼς καὶ μὴ
θέλοντας στηρίζουν τὴν ἀλήθεια;
Ἀλλὰ καὶ πότε θὰ Τὸν ἔκλεβαν οἱ μαθηταί; Τὸ Σάββατο;
Μὰ ἀφοῦ δὲν ἐπιτρεπόταν ἀπὸ τὸν νόμο νὰ κυκλοφορήσουν. Κι ἂν
ὑποθέσουμε ὅτι θὰ παραβίαζαν τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ, πῶς θὰ
τολμοῦσαν αὐτοὶ οἱ τόσο δειλοὶ νὰ βγοῦν ἔξω ἀπ ̓ τὸ σπίτι;
Καὶ μὲ ποῖο θάρρος θὰ ριψοκινδύνευαν γιὰ ἕνα νεκρό;
Προσμένοντας ποιὰ ἀνταπόδοση; Ποιὰ ἀμοιβή;
Καὶ στ ̓ ἀλήθεια, ποῦ στηρίζονταν;
Στὴ δεινότητα τοῦ λόγου τους;
Ἀλλὰ ἦταν ἀπ ̓ ὅλους ἀμαθέστεροι.
Στὰ πολλά τους πλούτη;
Ἀλλὰ δὲν εἶχαν οὔτε ραβδὶ οὔτε ὑποδήματα.
Μήπως στὴν ἔνδοξη καταγωγή τους;
Ἀλλὰ ἦταν οἱ ἀσημότεροι τοῦ κόσμου.
Μήπως στὸ πλῆθος τους;
Ἀλλὰ δὲν ξεπερνοῦσαν τοὺς ἕνδεκα, ποὺ κι αὐτοὶ σκόρπισαν.
Ἂν ὁ κορυφαῖος τους φοβήθηκε τὸν λόγο μιᾶς γυναίκας θυρωροῦ κι
ὅλοι οἱ ἄλλοι,
ὅταν εἶδαν τὸν Διδάσκαλό τους δεμένο,
σκόρπισαν καὶ διαλύθηκαν, πῶς θὰ τοὺς περνοῦσε κἂν ἀπ ̓ τὸν νοῦ
νὰ τρέξουν στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης καὶ νὰ φυτέψουν πλαστὸ
κήρυγμα ἀναστάσεως;
Ἀφοῦ φοβήθηκαν τὴ γυναικεία ἀπειλὴ καὶ τὴ θέα μόνο τῶν δεσμῶν,
πῶς θὰ μποροῦσαν νὰ τὰ βάλουν μὲ βασιλεῖς καὶ ἄρχοντες καὶ
λαούς, ὅπου ξίφη καὶ τηγάνια καὶ καμίνια καὶ μύριοι θάνατοι κάθε
μέρα, ἂν δὲν εἶχαν ἀπολαύσει καὶ οἰκειοποιηθεῖ τὴ δύναμη καὶ τὴν
ἕλξη τοῦ Ἀναστάντος;
Ἀλλὰ γι ̓ αὐτὰ πρέπει νὰ ἐπανέλθουμε.



Ἂς ξαναρωτήσουμε ὅμως τώρα τοὺς Ἑβραίους:
Πῶς ἔκλεψαν τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ οἱ μαθηταί, ὦ ἀνόητοι;
Ἐπειδὴ ἡ ἀλήθεια εἶναι λαμπρὴ καὶ ὁλοφάνερη, τὸ ἰουδαϊκὸ ψέμα
δὲν μπορεῖ οὔτε σὰν σκιά, νὰ σταθεῖ.
Πῶς θὰ τὸ ἔκλεβαν, ποὺ εἶχαν τὴν ὑποψία καὶ ἀγρυπνοῦσαν καὶ
πρόσεχαν;
Μὰ καὶ γιὰ ποῖο λόγο θὰ τὸ ἔκλεβαν;
Γιὰ νὰ πλάσουν τὸ δόγμα τῆς Ἀναστάσεως;
Καὶ πῶς τοὺς ᾖρθε νὰ πλάσουν κάτι τέτοιο αὐτοὶ οἱ δειλοί;
Καὶ πῶς κύλησαν τὸν ἀσφαλισμένο βράχο;
Πῶς ξέφυγαν ἀπὸ τόσους ἄγρυπνους κι ἄγριους φρουρούς;
Πρόσεξε ὅμως πὼς μὲ ὅσα κάνουν οἱ Ἑβραῖοι πιάνονται πάντα στὰ
ἴδια τους τὰ δίχτυα.
Νά, ἂν δὲν πήγαιναν στὸν Πιλότο κι ἂν δὲν ζητοῦσαν τὴν
κουστωδία, πιὸ εὔκολα θὰ μποροῦσαν νὰ λένε τέτοια ψεύδη οἱ
ἀδιάντροποι.
Μὰ τώρα ὄχι.
(Ὑπῆρχε ἡ κουστωδία. Κανεὶς δὲν μποροῦσε νὰ γλιτώσει ἀπ ̓ τὴν
ἄγρυπνη προσοχή της κι ἀπ ̓ τὰ ξίφη της).
Κι ἔπειτα γιατί νὰ μὴν κλέψουν τὸ σῶμα νωρίτερα;
Ἀσφαλῶς ἂν εἶχαν σκοπὸ νὰ κάνουν κάτι τέτοιο,
θὰ τὸ ἔκαναν ὅταν δὲν ἐφρουρεῖτο ὁ τάφος,

τότε ποὺ ἦταν καὶ ἀκίνδυνο καὶ σίγουρο, δηλ. τὴν πρώτη νύχτα-
γιατὶ τὸ Σάββατο πῆγαν οἱ Ἑβραῖοι στὸν Πιλότο καὶ ζήτησαν τὴν

κουστωδία καὶ φρούρησαν τὸν τάφο, ἐνῷ, τὴν πρώτη νύχτα δὲν ἦταν
κανένας ἐκεῖ.
Καὶ τί γυρεύουν στὸ ἔδαφος τὰ σουδάρια ποτισμένα μὲ τὴ σμύρνα,
ποὺ βρῆκαν, τυλιγμένα μάλιστα, ὁ Πέτρος καὶ οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι;
Εἶχε πάει πρώτη ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία.
Κι ὅταν γύρισε καὶ ἀνήγγειλε τὰ θαυμαστὰ συμβάντα στοὺς



ἀπόστολους, ἐκεῖνοι χωρὶς καθυστέρηση τρέχουν ἀμέσως στὸ
μνημεῖο καὶ βλέπουν κάτω τὰ ὀθόνια.
Αὐτὸ ἦταν σημεῖο Ἀναστάσεως.
Γιατί ἂν ἤθελαν κάποιοι νὰ Τὸν κλέψουν,
δὲν θὰ Τὸν ἔκλεβαν βέβαια γυμνό.
Αὐτὸ θὰ ἦταν ὄχι μόνο ἀτιμωτικὸ ἀλλὰ καὶ ἀνόητο.
Δὲν θὰ κοίταζαν νὰ ξεκολλήσουν τὰ σουδάρια,
νὰ τὰ τυλίξουν μὲ ἐπιμέλεια καὶ νὰ τὰ βάλουν τακτοποιημένα σ ̓ ἕνα
μέρος.
Ἀλλὰ τί θὰ ἔκαναν;
Θ ̓ ἅρπαζαν ὅπως-ὅπως τὸ σῶμα καὶ θά φευγαν γρήγορα.
Γι ̓ αὐτὸ ἄλλωστε προηγουμένως ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης εἶπε ὅτι
Τὸν ἔθαψαν μὲ πολλὴ σμύρνα ποὺ κολλάει τὰ ὀθόνια πάνω στὸ
σῶμα, ὅπως τὸ μολύβι τὰ μέταλλα, καὶ δὲν ἦταν καθόλου εὔκολο νὰ
ξεκολλήσουν ὥστε ὅταν ἀκούσεις ὅτι τὰ σουδάρια βρέθηκαν μόνα
τους, νὰ μὴν ἀνεχθεῖς ἐκείνους ποὺ λένε ὅτι ἐκλάπη. Θὰ πρέπει νὰ
ἦταν βέβαια πολὺ ἠλίθιος ὁ κλέφτης, ὥστε νὰ σπαταλήσει γιὰ ἕνα
περιττὸ πράγμα τόση προσπάθεια.
Γιὰ ποιὸ σκοπὸ θ ̓ ἄφηνε τὰ σουδάρια;
Καὶ πῶς ἦταν δυνατὸ νὰ ξεφύγει τὴν ὥρα ποὺ θὰ ἔκανε αὐτὴ τὴν
ἐργασία;
Γιατὶ ἀσφαλῶς θὰ δαπανοῦσε πολὺ χρόνο καὶ ἦταν φυσικὸ
καθυστερώντας νὰ συλληφθεῖ ἐπ ̓ αὐτοφώρῳ.
Ἀλλὰ καὶ τὰ ὀθόνια γιατί κείτονται χωριστὰ καὶ χωριστά, τὸ
σουδάριο, τυλιγμένο μάλιστα;
Γιὰ νὰ βεβαιωθεῖς ὅτι δὲν ἦταν ἔργο βιαστικῶν οὔτε ἀνήσυχων
κλεφτῶν τὸ νὰ τοποθετήσουν χωριστὰ ἐκεῖνα καὶ χωριστὰ τοῦτο
τυλιγμένο.
Κι ἀπὸ ἐδῶ λοιπὸν ἀποδεικνύεται ἀπίθανη ἡ κλοπή.



Ἄλλωστε καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Ἑβραῖοι τὰ σκέφθηκαν ὅλα αὐτὰ καὶ γι ̓
αὐτὸ ἔδωσαν χρήματα στοὺς φρουροὺς λέγοντας: «Πεῖτε σεῖς πὼς
Τὸν ἔκλεψαν, κι ἐμεῖς θὰ τὰ κανονίσουμε μὲ τὸν ἡγεμόνα».
Ὑποστηρίζοντας ὅτι οἱ μαθηταὶ Τὸν ἔκλεψαν ἐπικυρώνουν καὶ μ ̓
αὐτὸ πάλι τὴν Ἀνάσταση, γιατὶ ἔτσι ὁμολογοῦν πάντως ὅτι τὸ σῶμα
δὲν ἦταν ἐκεῖ.
Ὅταν ὅμως αὐτοὶ οἱ ἴδιοι βεβαιώνουν ὅτι τὸ σῶμα δὲν ἦταν ἐκεῖ,
ἐνῷ ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ἡ κλοπὴ ἀποδεικνύεται ψευδὴς καὶ ἀπίθανη
ἀπὸ τὴ σχολαστικὴ φρούρηση καὶ τὶς σφραγίδες τοῦ τάφου καὶ τὰ
ὀθόνια καὶ τὸ σουδάριο καὶ τὴ δειλία τῶν μαθητῶν, ἀναμφισβήτητα
προβάλλει καὶ ἀπὸ τὰ δικά τους τὰ λόγια ἡ ἀπόδειξη τῆς
Ἀναστάσεως.
Ρωτᾶνε ὅμως πολλοί: Γιατί μόλις ἀναστήθηκε νὰ μὴ φανερωθεῖ
ἀμέσως στοὺς Ἰουδαίους;
Αὐτὸς ὁ λόγος εἶναι περιττός.
Ἂν ὑπῆρχε ἐλπίδα νὰ τοὺς ἑλκύσει στὴν πίστη, δὲν θ ̓ ἀμελοῦσε νὰ
φανερωθεῖ σὲ ὅλους.
Ἀλλὰ ὅτι δὲν ὑπῆρχε τέτοια ἐλπίδα τὸ ἀπέδειξε ἡ ἀνάσταση τοῦ
Λαζάρου: Ἂν καὶ ἦταν ἤδη τέσσερις μέρες νεκρὸς καὶ εἶχε ἀρχίσει
νὰ μυρίζει καὶ νὰ σαπίζει, τὸν ἀνέστησε μπροστὰ στὰ μάτια ὅλων.
Παρὰ ταῦτα, ὄχι μόνο δὲν ἑλκύστηκαν στὴν πίστη, ἀλλὰ καὶ
ἐξαγριώθηκαν ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ, ὥστε ἤθελαν νὰ σκοτώσουν κι
Αὐτὸν καὶ τὸν Λάζαρο.
Ἀφοῦ λοιπὸν ἄλλων ἀνάστησε καὶ ὄχι μόνο δὲν πίστεψαν, ἀλλὰ καὶ
ἐξαγριώθηκαν ἐναντίον Του, ἂν ὁ ἴδιος μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του
τοὺς φανερωνόταν, δὲν θὰ ἐξαγριώνονταν πολὺ περισσότερο
τυφλωμένοι ἀπὸ τὸ μίσος καὶ τὴν ἀπιστία τους;
Ἀλλὰ γιὰ ν ̓ ἀφοπλίσει τὸν ἄπιστο ἀπὸ κάθε ἀμφιβολία, ὄχι μόνο
σαράντα ὁλόκληρες ἡμέρες ἐμφανιζόταν στοὺς μαθητές Του καὶ
ἔτρωγε μάλιστα μαζί τους, ἀλλὰ παρουσιάσθηκε καὶ σὲ πάνω ἀπὸ
πεντακόσιους ἀδελφούς, δηλ. σὲ πλῆθος ὁλόκληρο.



Στὸ Θωμᾶ μάλιστα πoὺ δυσπιστοῦσε, ἔδειξε τὰ σημάδια ἀπ ̓ τὰ
καρφιὰ καὶ τὸ τραῦμα ἀπ ̓ τὴ λόγχη.
Καὶ γιατί, λένε, νὰ μὴν κάνει μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του μεγάλα κι
ἐντυπωσιακὰ θαύματα, ὅλα μόνο ἔφαγε καὶ ἤπιε;
Γιατὶ αὐτὴ καθ ̓ ἐαυτὴ ἡ Ἀνάσταση ἦταν τὸ μέγιστο θαῦμα, καὶ ἡ πιὸ
ἰσχυρὴ ἀπόδειξη τῆς Ἀναστάσεως ἦταν ὅτι ἔφαγε καὶ ἤπιε.
Μά, γιὰ σκέψου, ἂν οἱ ἀπόστολοι δὲν ἔβλεπαν τὸν Χριστὸ
Ἀναστάντα, πῶς τοὺς ᾖρθε νὰ φαντασθοῦν ὅτι θὰ κυριέψουν τὴν
οἰκουμένη; Μήπως τρελάθηκαν ὥστε νὰ νομίζουν ὅτι θὰ
κατόρθωναν κάτι τέτοιο;
Ἂν ὅμως ἦταν στὰ λογικά τους, ὅπως ἔδειξαν καὶ τὰ πράγματα, πῶς,
χωρὶς ἀξιόπιστα ἐχέγγυα ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ χωρὶς θεία δύναμη,
πῶς, πές μου, θ ̓ ἀποφάσιζαν νὰ βγοῦν σὲ τόσους πολέμους, νὰ τὰ
βάλουν μὲ στεριὲς καὶ θάλασσες καί, δώδεκα ὅλοι κι ὅλοι, ν ̓
ἀγωνισθοῦν μὲ τόση γενναιότητα γιὰ νὰ μεταβάλουν ὅλης τῆς
οἰκουμένης τὰ ἔθνη, ποὺ ἦταν ἐπὶ τόσα χρόνια νέκρα ἀπ ̓ τὴν
ἁμαρτία;
Καὶ ἂν ἀκόμη ἦταν ἔνδοξοι καὶ πλούσιοι καὶ δυνατοὶ καὶ
μορφωμένοι, οὔτε τότε θὰ ἦταν λογικὸ νὰ ξεσηκωθοῦν γιὰ τόσο
μεγαλεπήβολα σχέδια. Ἀλλὰ ἐπιτέλους θὰ εἶχε κάποιο λόγο ἡ
προσδοκία τους.
Αὐτοὶ ὅμως εἶχαν περάσει τὴ ζωή τους ἄλλοι στὶς λίμνες, ἄλλοι
κατασκευάζοντας σκηνὲς κι ἄλλοι στὰ τελωνεῖα. Ἀπ ̓ αὐτὰ τὰ
ἐπαγγέλματα δὲν ὑπάρχει σχεδὸν τίποτε πιὸ ἄχρηστο καὶ γιὰ τὴ
φιλοσοφία καὶ γιὰ νὰ πείσεις κάποιον νὰ σκέπτεται ἀνώτερα, ὅταν
μάλιστα δὲν ἔχεις νὰ τοῦ ἐπιδείξεις ἀνάλογο προηγούμενο.
Πόσο μᾶλλον ποὺ οἱ ἀπόστολοι, ὄχι μόνο δὲν εἶχαν ἀνάλογα
παραδείγματα ἀπ ̓ τὸ παρελθόν, ὅτι θὰ ἐπικρατήσουν, ἀλλὰ ἀντίθετα
εἶχαν παραδείγματα, καὶ μάλιστα πρόσφατα, ὅτι δὲν θὰ
ἐπικρατήσουν.



Εἶχαν ἐπιχειρήσει πολλοὶ νὰ εἰσαγάγουν καινούργιες διδασκαλίες,
ἀλλὰ ἀπέτυχαν. Κι ὄχι μὲ δώδεκα ἀνθρώπους, μὰ μὲ πολὺ πλῆθος. Ὁ
Θευδᾶς κι ὁ Ἰούδας π.χ. ἔχοντας ὁλόκληρες μάζες ἀνθρώπων
χάθηκαν μαζὶ μὲ τοὺς ὀπαδούς των.
Ὁ φόβος ἐκεῖνος θὰ ἦταν ἀρκετὸς νὰ τοὺς διδάξει.
Ἀλλὰ ἂς ὑποθέσουμε ὅτι περίμεναν νὰ κυριαρχήσουν. Μὲ ποιὲς
ἐλπίδες θὰ ἔμπαιναν σὲ τέτοιους κινδύνους, ἂν δὲν ἀπέβλεπαν στὰ
μέλλοντα ἀγαθά;
Τί κέρδος προσδοκοῦσαν μὲ τὸ νὰ ὁδηγήσουν ὅλους στὸν μὴ
Ἀναστάντα, καθὼς ἰσχυρίζονται οἱ ἐχθροί;
Ἂν τώρα ἄνθρωποι ποὺ πίστεψαν στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ
στὰ ἀμέτρητα ἀγαθὰ δύσκολα δέχονται νὰ κινδυνέψουν, πῶς ἐκεῖνοι
θὰ ὑπέμεναν τὰ πάνδεινα ματαίως ἢ μᾶλλον γιὰ κακό τους;
Γιατί ἂν δὲν ἔγινε ἡ Ἀνάσταση, ποὺ ἔγινε, κι ὁ Χριστὸς δὲν ἀνέβηκε
στὸν οὐρανό, τότε προσπαθώντας νὰ τὰ πλάσουν ὅλα αὐτὰ καὶ νὰ
πείσουν τοὺς ἄλλους, ἔμελλαν ὁπωσδήποτε νὰ προκαλέσουν τὴν
ὀργὴ τοῦ θεοῦ καὶ νὰ περιμένουν μύριους κεραυνοὺς ἀπ ̓ τὸν
οὐρανό.
Ἄλλωστε κι ἂν ἀκόμη εἶχαν μεγάλη προθυμία ὅταν ζοῦσε ὁ
Χριστός, θὰ ἔσβηνε μόλις πέθανε.
Ἂν δὲν Τὸν ἔβλεπαν ἀναστημένο, τί θὰ ἦταν ἱκανὸ νὰ τοὺς βγάλει σ ̓
ἐκεῖνο τὸν πόλεμο;
Ἂν δὲν εἶχε ἀναστηθεῖ, ὄχι μόνο δὲv θὰ ριψοκινδύνευαν γι ̓ Αὐτόν,
μὰ θὰ τὸν θεωροῦσαν ἀπατεῶνα: τοὺς εἶχε πεῖ «μετὰ τρεῖς ἡμέρες θ ̓
ἀναστηθῶ» καὶ τοὺς ὑποσχέθηκε τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Τοὺς
εἶπε ὅτι ἀφοῦ λάβουν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θὰ κυριαρχήσουν στὴν
οἰκουμένη κι ἀκόμη τόσα ἄλλα ὑπερφυσικὰ καὶ οὐράνια. Ἂν τίποτε
ἀπ ̓ αὐτὰ δὲν γινόταν, ὅσο κι ἂν Τὸν πίστευαν ζωντανό, πεθαμένο
δὲν θὰ Τὸν ὑπάκουαν φυσικά, ἂν δὲν Τὸν ἔβλεπαν Ἀναστάντα.
Καὶ μὲ τὸ δίκιο τους, γιατί θὰ ἔλεγαν: «Μετὰ τρεῖς ἡμέρες», μᾶς
εἶπε, «θ ̓ ἀναστηθῶ», καὶ δὲν ἀναστήθηκε. Ὑποσχέθηκε νὰ μᾶς



στείλει Πνεῦμα Ἅγιο, καὶ δὲν τὸ ἔστειλε. Πῶς λοιπὸν νὰ Τὸν
πιστέψουμε γιὰ τὰ μέλλοντα, ἀφοῦ διαψεύδονται τὰ παρόντα;
Ἀλλὰ γιὰ πές μου, σὲ παρακαλῶ, γιὰ ποῖο λόγο, χωρὶς ν ̓ ἀναστηθεῖ,
κήρυτταν ὅτι ἀναστήθηκε; Γιατί, λέει, Τὸν ἀγαποῦσαν. Μὰ τὸ
λογικὸ θὰ ἦταν νὰ Τὸν μισοῦν τώρα, ἐπειδὴ τοὺς ἐξαπάτησε καὶ
τοὺς πρόδωσε. Ἐνῷ τοὺς ξεμυάλισε μὲ χίλιες δυὸ ἐλπίδες καὶ τοὺς
χώρισε ἀπ ̓ τὰ σπίτια τους κι ἀπ ̓ τοὺς γονεῖς τους κι ἀπ ̓ ὅλα καὶ
ξεσήκωσε κι ὁλόκληρο τὸ ἰουδαϊκὸ ἔθνος ἐναντίον τους, ὕστερα
τοὺς πρόδωσε. Κι ἂν μὲν ἦταν ἀπὸ ἀδυναμία, θὰ Τὸν συγχωροῦσαν.
Τώρα ὅμως ἦταν σωστὸ κακούργημα: Ἔπρεπε νὰ τοὺς εἶχε πεῖ τὴν
ἀλήθεια καὶ ὄχι νὰ τοὺς ὑποσχεθεῖ τὸν οὐρανό, ἀφοῦ ἦταν θνητός.
Ὥστε λοιπὸν ἦταν φυσικὸ νὰ κάνουν τὸ ἐντελῶς ἀντίθετο: Νὰ
κηρύττουν τὴν ἀπάτη καὶ νὰ Τὸν λένε ἀπατεώνα καὶ μάγο. Ἔτσι θὰ
γλίτωναν κι ἀπὸ τοὺς κινδύνους κι ἀπὸ τοὺς πολέμους τῶν
ἀντίπαλων.
Ὅλοι ξέρουν ὅτι οἱ Ἰουδαῖοι ἀναγκάστηκαν νὰ δωροδοκήσουν τοὺς
στρατιῶτες, γιὰ νὰ ποῦν ὅτι ἔκλεψαν τὸ σῶμα ἂν λοιπὸν πήγαιναν οἱ
ἴδιοι οἱ μαθηταὶ κι ἔλεγαν, «ἐμεῖς τὸ κλέψαμε, δὲν ἀναστήθηκε»,
πόσες τιμὲς δὲν θ ̓ ἀπολάμβαναν;
Ὥστε ἦταν στὸ χέρι τους καὶ νὰ τιμηθοῦν καὶ νὰ στεφανωθοῦν! Ἔ,
λοιπὸν δὲν ἀναρωτιέσαι γιατί ν ̓ ἀνταλλάξουν ὅλα αὐτὰ μὲ τὶς
ἀτιμίες καὶ τοὺς κινδύνους, ἂν δὲν ἦταν μία θεία δύναμη ποὺ τοὺς
βεβαίωνε, δυνατότερη ἀπ ̓ ὅλα αὐτὰ τὰ γήϊνα ἀγαθά;
Κι ἂν μὲ ὅλα αὐτὰ δὲν σὲ πείσαμε, σκέψου καὶ τοῦτο: Ἔστω ὅτι δὲν
εἶχε γίνει ἡ Ἀνάσταση. Κι ἂν ἀκόμη οἱ ἀπόστολοι ἦταν
ἀποφασισμένοι νὰ διδάξουν τὸν κόσμο, ἐπ ̓ οὐδενὶ λόγῳ θὰ
κήρυτταν στὸ ὄνομά Του. Γιατὶ εἶναι γνωστό, πὼς ὅλοι μας δὲν
θέλουμε οὔτε τὰ ὀνόματα ν ̓ ἀκούσουμε, ὅσων μᾶς ἐξαπάτησαν.
Ἄλλωστε γιατί θὰ διατυμπάνιζαν τὸ ὄνομά Του; Ἐλπίζοντας νὰ
ἐπικρατήσουν μ ̓ αὐτό; Μὰ θὰ ἔπρεπε νὰ περιμένουν τὸ ἀντίθετο,



γιατὶ κι ἂν ἔμελλαν νὰ κυριαρχήσουν θὰ χάνονταν φέρνοντας στὴ
μέση τὸ ὄνομα ἑνὸς ἀπατεῶνα.
Ἂς θυμηθοῦμε ἐξ ἄλλου ὅτι ἡ ἀγάπη τῶν μαθητῶν πρὸς τὸν
Διδάσκαλο, ἐνῷ ζοῦσε ἀκόμη, μαραινόταν σιγὰ-σιγὰ ἀπ ̓ τὸν φόβο
τοῦ ἐπικείμενου μαρτυρίου.
Ὅταν τοὺς προανήγγειλε τὰ δεινὰ ποὺ θ ̓ ἀκολουθοῦσαν καὶ τὸν
σταυρό, πάγωσαν ἀπ ̓ τὸν φόβο τους κι ἔσβησαν τελείως. Ἕνας
μάλιστα δὲν ἤθελε οὔτε κἂν νὰ Τὸν ἀκολουθήσει στὴν Ἰουδαία,
ἐπειδὴ ἄκουσε γιὰ κινδύνους καὶ γιὰ θανάτους. Ἂν μαζὶ μὲ τὸν
Χριστὸ φοβόταν τὸν θάνατο, χωρὶς Αὐτὸν καὶ τοὺς ἄλλους μαθητάς,
μόνος δηλαδή, πῶς θ ̓ ἀποτολμοῦσε;
Ἐπὶ πλέον: Πίστευαν ὅτι θὰ πεθάνει μέν, ἀλλὰ θ ̓ ἀναστηθεῖ κι ὅμως
ὑπέφεραν τόσο. Ἂν δὲν τὸν ἔβλεπαν Ἀναστημένο, πῶς δὲν θὰ
ἐξαφανίζονταν καὶ δὲν θὰ ζητοῦσαν ν ̓ ἀνοίξει ἡ γῆ νὰ τοὺς καταπιεῖ
ἀπ ̓ τὴν ἀπελπισία τους γιὰ τὴν ἀπάτη κι ἀπ ̓ τὴ φρίκη γιὰ τὰ
ἐπερχόμενα; Θ ̓ ἀντιμετώπιζαν τώρα τὴν κατακραυγὴ γιὰ τὴν
ἀδιαντροπιά τους. Τί θὰ εἶχαν νὰ πoῦν;
Τὸ πάθος τὸ ἤξερε ὅλος ὁ κόσμος: Τὸν κρέμασαν σὲ ψηλὸ ἰκρίωμα,
ἦταν μέρα μεσημέρι, μέσα στὴν πρωτεύουσα καὶ στὴν πιὸ μεγάλη
γιορτὴ ποὺ κανένας δὲν ἦταν δυνατὸ ν ̓ ἀπουσιάζει.
Τὴν Ἀνάσταση ὅμως δὲν τὴν εἶδε κανεὶς ἀπ ̓ τοὺς ἄλλους. Κι αὐτὸ
δὲν ἦταν μικρὸ ἐμπόδιο γιὰ νὰ τοὺς πείσουν. Πῶς λοιπὸν θὰ
μποροῦσαν νὰ βεβαιώσουν στεριὰ καὶ θάλασσα γιὰ τὴν Ἀνάσταση;
Καὶ γιατί, πές μου, ἀφοῦ σώνει καὶ καλὰ ἤθελαν νὰ τὸ κάνουν αὐτό,
δὲν ἐγκατέλειπαν τὴν Ἰουδαία ἀμέσως, νὰ πᾶνε στὶς ξένες χῶρες;
Ἀλλὰ δὲν θαυμάζεις ὅτι ἔπεισαν πολλοὺς καὶ μέσα στὴν Ἰουδαία;
Εἶχαν τὴν τόλμη νὰ παρουσιάσουν τὰ τεκμήρια τῆς Ἀναστάσεως
στοὺς ἴδιους τοὺς φονεῖς, σ ̓ ἐκείνους ποὺ Τὸν σταύρωσαν καὶ Τὸν
ἔθαψαν, στὴν ἴδια τὴν πόλη ὅπου ἀποτολμήθηκε τὸ φοβερὸ
κακούργημα. Ὥστε καὶ ὅλοι οἱ ἔξω ν ̓ ἀποστομωθοῦν. Γιατὶ ὅταν οἱ



«σταυρώσαντες» γίνονται «πιστεύσαντες», τότε καὶ ἡ παρανομία τῆς
σταυρώσεως βεβαιώνεται καὶ λάμπει ἡ ἀπόδειξη τῆς Ἀναστάσεως.
Γιὰ νὰ ἑλκύονται ὅμως τὰ πλήθη σημαίνει πὼς οἱ μαθηταὶ ἔκαναν
θαύματα. Ἂν ὅμως δὲν ἀναστήθηκε καὶ μένει νεκρός, πῶς οἱ
ἀπόστολοι θαυματουργοῦσαν στὸ ὄνομά Του;
Πῶς πάλι, ἂν δὲν ἔκαναν θαύματα, ἔπειθαν;
Καὶ ἂν μὲν ἔκαναν -καὶ βεβαίως ἔκαναν- εἶχαν Θεοῦ δύναμη. Ἂν
ὅμως δὲν ἔκαναν καὶ ἐν τούτοις κυριαρχοῦσαν παντοῦ, θὰ ἦταν
ἀκόμη πιὸ ἀξιοθαύμαστο. Θὰ ἦταν τὸ μέγιστο θαῦμα, ἂν χωρὶς
θαύματα διέσχιζαν καὶ κυρίευαν τὴν οἰκουμένη δώδεκα φτωχοὶ καὶ
ἀγράμματοι ἄνθρωποι.
Ἀσφαλῶς οὔτε μὲ τὰ πλούτη οὔτε μὲ τὴ σοφία τους ἐπεκράτησαν οἱ
ψαράδες. Ὥστε καὶ χωρὶς νὰ θέλουν κηρύττουν ὅτι μέσα τους
ἐνεργοῦσε ἡ θεία δύναμη τῆς Ἀναστάσεως. Γιατὶ εἶναι τελείως
ἀδύνατο ἀνθρώπινη δύναμη νὰ κατορθώσει ποτὲ τέτοια ἐκπληκτικὰ
πράγματα.
Προσέξτε μὲ πολὺ ἐδῶ, γιατί αὐτὰ εἶναι ἀναμφισβήτητες ἀποδείξεις
τῆς Ἀναστάσεως.
Γι ̓ αὐτὸ καὶ θὰ ἐπαναλάβω πάλι: Ἂν δὲν ἀναστήθηκε, πῶς ἔγιναν
ἀργότερα στὸ ὄνομά Του μεγαλύτερα θαύματα; Κανεὶς βέβαια δὲν
κάνει μετὰ τὸν θάνατό Του μεγαλύτερα θαύματα ἀπ ̓ ὅσα ὅταν
ζοῦσε. Ἐνῷ ἐδῶ μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ γίνονται θαύματα
μεγαλύτερα καὶ κατὰ τὸν τρόπο καὶ κατὰ τὴ φύση: Κατὰ τὴ φύση
ἦταν μεγαλύτερα, γιατί ποτὲ ἡ σκιὰ τοῦ Χριστοῦ δὲν
θαυματούργησε. Ἐνῷ οἱ σκιὲς τῶν ἀποστόλων ἔκαναν πολλὰ
θαύματα. Κατὰ τὸν τρόπο πάλι ἦταν μεγαλύτερα, ἐπειδὴ τότε μὲν ὁ
ἴδιος ὁ Κύριος πρόσταζε καὶ θαυματουργοῦσε. Μετὰ τὴ Σταύρωση
ὅμως καὶ τὴν Ἀνάστασή Του οἱ δοῦλοι Του ἐπικαλούμενοι ἁπλῶς τὸ
σεβάσμιο καὶ ἅγιο ὄνομά Του μεγαλύτερα καὶ ἐκπληκτικότερα
ἐπιτελοῦσαν. Ἔτσι δοξαζόταν κι ἀκτινοβολοῦσε πιὸ πολὺ ἡ δύναμή
Του.



Γι ̓ αὐτὸ οἱ ἅγιοι Πατέρες ὅρισαν νὰ διαβάζονται ἀμέσως μετὰ τὸν
Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάστασή Του, οἱ «Πράξεις» ποὺ περιγράφουν τὰ
θαύματα τῶν ἀποστόλων καὶ κατ ̓ ἐξοχὴν ἐπικυρώνουν τὴν
Ἀνάσταση, γιὰ νὰ ἔχουμε σαφῆ καὶ ἀναμφισβήτητη τῆς
Ἀναστάσεως τὴν ἀπόδειξη: Δὲν Τὸν εἶδες Ἀναστάντα μὲ τὰ μάτια
τοῦ σώματος; Ἀλλὰ Τὸν βλέπεις μὲ τὰ μάτια τῆς Πίστεως. Δὲν Τὸν
εἶδες μὲ τὰ «ὄμματα» τοῦτα; Θὰ Τὸν δεῖς μὲ τὰ θαύματα ἐκεῖνα.
Τῶν θαυμάτων ἡ ἐπίδειξη σὲ χειραγωγεῖ στῆς Ἀναστάσεως τὴν
ἀπόδειξη.
Θέλεις ὅμως νὰ δεῖς καὶ τώρα θαύματα; Θὰ σοῦ δείξω. Καὶ μάλιστα
πιὸ μεγάλα ἀπ ̓ τὰ προηγούμενα: Ὄχι ἕνα νεκρὸ ν ̓ ἀνασταίνεται, ὄχι
ἕνα τυφλὸ νὰ ξαναβλέπει, ἀλλὰ τὴ γῆ ὁλόκληρη νὰ ἐγκαταλείπει τὸ
σκοτάδι τῆς πλάνης.
Μεγίστη ἀπόδειξη τῆς Ἀναστάσεως εἶναι ὅτι ὁ Ἐσφαγμένος Χριστὸς
ἔδειξε μετὰ τὸν θάνατο τόση δύναμη, ὥστε ἔπεισε τοὺς ζωντανοὺς
νὰ περιφρονήσουν καὶ πατρίδα καὶ σπίτι καὶ φίλους καὶ συγγενεῖς
καὶ τὴν ἴδια τὴ ζωή τους γιὰ χάρη Του καὶ νὰ προτιμήσουν
μαστιγώσεις καὶ κινδύνους καὶ θάνατο.
Αὐτὰ δὲν εἶναι κατορθώματα νεκροῦ κλεισμένου στὸν τάφο, ἀλλὰ
ἀναστημένου καὶ ζωντανοῦ.
Πρόσεξε παρακαλῶ: Οἱ ἀπόστολοι, ὅταν μὲν ζοῦσε ὁ Διδάσκαλος
ἀπὸ τὸν φόβο τους Τὸν πρόδωσαν κι ἐξαφανίσθηκαν ὅλοι. Ὁ Πέτρος
μάλιστα Τὸν ἀρνήθηκε μὲ ὅρκο τρεῖς φορές.
Ὅταν ὅμως πέθανε ὁ Χριστός, αὐτὸς ποὺ Τὸν ἀρνήθηκε τρεῖς φορὲς
καὶ πανικοβλήθηκε μπροστὰ σὲ μίαν ὑπηρετριούλα, τόσο ἀπότομα
ἄλλαξε, ὥστε ν ̓ ἀψηφήσει ὁλόκληρο λαὸ καὶ μέσ ̓ στὴ μέση του
Ἰουδαϊκοῦ ὄχλου νὰ διακηρύξει ὅτι ὁ Σταυρωθεὶς καὶ Ταφεὶς
ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν τὴν τρίτη ἡμέρα καὶ ὅτι ἀνέβηκε στὰ
οὐράνια. Καὶ τὰ κήρυξε ὅλα αὐτὰ χωρὶς νὰ ὑπολογίσει τὴ φοβερὴ
μανία τῶν ἐχθρῶν καὶ τὶς συνέπειες.



Ποῦ βρῆκε αὐτὸ τὸ θάρρος; Ποῦ ἀλλοῦ, παρὰ στὴν Ἀνάσταση. Τὸν
εἶδε καὶ συνομίλησε μαζί Του καὶ ἄκουσε γιὰ τὰ μέλλοντα ἀγαθά, κι
ἔτσι ἔλαβε δύναμη νὰ πεθάνει γι ̓ Αὐτὸν καὶ νὰ σταυρωθεῖ μὲ τὴν
κεφαλὴ πρὸς τὰ κάτω.
Τὸ ἐξόχως σπουδαῖο εἶναι ὅτι ὄχι μόνο ὁ Πέτρος καὶ ὁ Παῦλος καὶ οἱ
λοιποὶ ἀπόστολοι, ἄλλα, καὶ ὁ Ἰγνάτιος, ποὺ οὔτε κὰν Τὸν εἶδε οὔτε
ἀπόλαυσε τὴ συντροφιά Του, ἔδειξε τόση προθυμία γιὰ χάρη Του,
ὥστε γι ̓ Αὐτὸν πρόσφερε θυσία τὴ ζωή του. Καὶ μόνο ὁ Ἰγνάτιος
καὶ οἱ ἀπόστολοι; Καὶ γυναῖκες καταφρονοῦν τὸν θάνατο, πού, πρὶν
ἀναστηθεῖ ὁ Χριστός, ἦταν φοβερὸς καὶ φρικώδης ἀκόμη καὶ σὲ
ἄνδρες καὶ μάλιστα ἁγίους.
Ποιὸς τοὺς ἔπεισε ὅλους αὐτοὺς νὰ περιφρονήσουν τὴν παροῦσα
ζωή;
Φυσικὰ δὲν εἶναι κατόρθωμα ἀνθρώπινης δυνάμεως νὰ πειστοῦν
τόσες μυριάδες, ὄχι μόνο ἀνδρῶν, ἀλλὰ καὶ γυναικῶν καὶ παρθένων
καὶ μικρῶν παιδιῶν, νὰ πειστοῦν νὰ θυσιάσουν τὴν παροῦσα ζωή, νὰ
τὰ βάλουν μὲ θηρία, νὰ περιγελάσουν τὴ φωτιά, νὰ καταπατήσουν
κάθε εἶδος τιμωρίας καὶ νὰ σπεύσουν πρὸς τὴ μέλλουσα ζωή!
Καὶ ποιός, παρακαλῶ, τὰ κατόρθωσε ὅλ ̓ αὐτά; Ὁ νεκρός; Ἀλλὰ
τόσοι νεκροὶ ὑπῆρξαν καὶ κανένας δὲν ἔκανε τέτοια πράγματα.
Μήπως ἦταν μάγος καὶ ἀγύρτης; Πλῆθος μάγοι καὶ ἀγύρτες καὶ
πλάνοι πέρασαν, ἄλλα ξεχάστηκαν ὅλοι, χωρὶς ν ̓ ἀφήσουν τὸ
παραμικρὸ ἴχνος μαζὶ μὲ τὴ ζωή τους ἔσβησαν κι οἱ μαγγανεῖες τους.
Ἡ φήμη ὅμως κι ἡ δόξα κι οἱ πιστοί τοῦ Χριστοῦ κάθε μέρα
αὐξάνουν κι ἁπλώνονται σ ̓ ὅλη τὴν οἰκουμένη.
Οἱ ἄπιστοι φρίττουν κι οἱ πιστοὶ διακηρύττουν:
Χριστὸς ἀνέστη! Ἀληθῶς ἀνέστη!

 Λόγος εις την Ταφή και την εις Άδου Κάθοδο του Κυρίου μας
Ιησού Χριστού
Σένα Αδάμ, σε προστάζω: σήκω από τον αιώνιο ύπνο σου. Δεν σε
έπλασα, για να μένης φυλακισμένος στον Άδη. Ανάστα εκ των
νεκρών. Γιατί εγώ είμαι η ζωή των θνητών. Σήκω επάνω, πλάσμα



δικό μου, σήκω επάνω συ που είσαι η μορφή μου, που σε
δημιούργησα κατ’ εικόνα μου. Σήκω να φύγουμε από εδώ.
(...) Γιατί απέραντη σιωπή βασιλεύει σήμερα στη γη; μεγάλη σιωπή
και πολλή ηρεμία. Μεγάλη σιωπή, γιατί ο βασιλεύς κοιμάται. Η γη
φοβήθηκε και ησύχασε, γιατί ο Θεός με το σώμα κοιμήθηκε. Ο Θεός
με το σώμα πέθανε και ο Άδης ετρόμαξε. Ο Θεός για λίγο
κοιμήθηκε και αυτούς που κοιμόνταν αιώνες, από τον Άδη ανέστησε
(...).
Σήμερα σώζονται και αυτοί που ζουν επάνω στη γη και αυτοί που
αιώνες τώρα βρίσκονται κάτω από τη γη. Σήμερα σώζεται όλος ο
κόσμος, ορατός και αόρατος. Σήμερα είναι διπλή η παρουσία του
Δεσπότου Χριστού. Διπλή ευσπλαχνία. Διπλή κατάβασις μαζί και
συγκατάβασις. Διπλή φιλανθρωπία. Διπλή επίσκεψις στους
ανθρώπους. Από τον ουρανό στη γη και από τη γη στα κατοχθόνια
κατεβαίνει ο Χριστός. Οι πύλες του Άδου ανοίγονται. Χαρήτε όλοι
εσείς που κοιμάσθε από τους πανάρχαιους αιώνες. (...).
Χτες εζήσαμε στην υποταγή Του, σήμερα την κυριαρχία Του. Χθες
φανερώθηκαν τα σημάδια της ανθρώπινής Του φύσεώς και σήμερα
της θεϊκής. Χθες τον ερράπιζαν και σήμερα με την αστραπή της
θεότητος σχίζει το σκοτεινό κατηκητήριο του Άδου. Χθες τον
έδεναν και σήμερα δένει Αυτός τον τύραννο διάβολο με άλυτα
δεσμά (...).
Εκείνος που χθες, μέσα στην άπειρη συγκατάβασί Του, δεν
εκαλούσε να τον βοηθήσουν οι λεγεώνες των Αγγέλων, λέγοντας
στον Πέτρο, ότι είναι στο χέρι μου να παρατάξω τώρα αμέσως
περισσότερες από δώδεκα λεγεώνες Αγγέλων, σήμερα κατέρχεται με
τον θάνατο Τον κατά του Άδου και του θανάτου, του τυράννου,
όπως ταιριάζει σε Θεό και Κυρίαρχο, επί κεφαλής των αθανάτων και
ασωμάτων στρατευμάτων και των αοράτων ταγμάτων, όχι με
δώδεκα μόνο λεγεώνες, αλλά με μύριες μυριάδες και χίλιες χιλιάδες
Αγγέλων, Αρχαγγέλων, Εξουσιών, θρόνων, Εξαπτερύγων,



Πολυομμάτων, τα οποία, ως βασιλέα και Κύριο τους, προπέμπουν,
δορυφορούν και τιμούν τον Χριστό (...).
Και καθώς συμβαίνει όταν παρουσιασθή μια φοβερή, αήτητη και
παντοδύναμη βασιλική στρατιωτική παράταξι, φρίκη μαζί και
τρόμος και ταραχή και οδυνηρός φόβος κυριεύει τους εχθρούς του
ακαταγώνιστου Στρατηγού, το ίδιο έγινε ξαφνικά, μόλις
παρουσιάσθηκε τόσο παράδοξα ο Χριστός στα καταχθόνια του Άδη.
Από επάνω μια δυνατή αστραπή ετύφλωνε τα πρόσωπα των
εχθρικών δυνάμεων του Άδη και ταυτόχρονα ακούονταν βροντερές
στρατιωτικές φωνές που διέταζαν: Άρατε πύλας• όχι ανοίξετε, αλλά
ξερριζώστε τις από τα θεμέλια, βγάλτε τις τελείως από τον τόπο
τους. ώστε να μην μπορούν πια να ξανακλείσουν.
Άρατε πύλας οι άρχοντες υμών, όχι γιατί δεν μπορεί να τις ανοίξη ο
Κύριος μας, που όταν θέλη, διατάζει και μπαίνει με κλεισμένες τις
πόρτες, αλλά σας διατάζει, σαν δραπέτες δούλους, να σηκώσετε και
να μεταφέρετε αυτές τις προαιώνιες πύλες. Για τούτο και δεν
διατάζει τους όχλους σας, αλλά σας που παρουσιάζεσθε σαν αρχηγοί
τους: άρατε πύλας, οι άρχοντες υμών. Από τώρα και έπειτα δεν θα
είσθε πια άρχοντες κανενός, παρ’ όλο που κάκιστα κυριαρχήσατε
πάνω στους μέχρι τώρα κεκοιμημένους. Ούτε αυτών θα είσθε πλέον
άρχοντες, ούτε άλλων, ούτε των εαυτών σας ακόμη. Άρατε πύλας,
γιατί ήρθε ο Χριστός, η ουράνια θύρα. Ανοίξετε δρόμο σ’ Αυτόν
που έβαλε το πόδι Του στη φυλακή του Άδη (...).
Και μόλις οι αγγελικές δυνάμεις εβόησαν, την ίδια στιγμή άνοιξαν οι
πύλες! Την ίδια στιγμή έσπασαν οι αλυσίδες και οι μοχλοί. Έπεσαν
τα κλειδιά και συγκλονίσθηκαν τα θεμέλια της φυλακής. Οι εχθρικές
δυνάμεις ετράπησαν σε άτακτη φυγή, ο ένας έσπρωχνε τον άλλο,
άλλος μπερδευόταν στα πόδια του άλλου και καθένας φώναζε στο
διπλανό του να φεύγη γρήγορα. Έφριξαν, συγκλονίσθηκαν, τα



έχασαν, εταράχθηκαν, άλλαξε το χρώμα τους, φοβήθηκαν, στάθηκαν
και απόρησαν, απόρησαν και τρόμαξαν (...).
Κι ενώ αυτά διεδραματίζοντο στον Άδη και εσείοντο τα πάντα, ο δε
Κύριος επλησίαζε να φθάση στα πιο έσχατα βάθη, ο Αδάμ ο
πρωτοδημιούργητος και πρωτόπλαστος και πρωτόθνητος που
βρισκόταν δεμένος γερά και βαθύτερα από όλους, άκουσε τα βήματα
του Κυρίου, που ερχόταν στους φυλακισμένους και αμέσως
ανεγνώρισε την φωνή Του, καθώς επερπατούσε μέσα στη φυλακή.
Στράφηκε τότε προς όλους τους επί αιώνες συγκροτούμενους του
και τους φώναξε: «Ω φίλοι μου! Ακούω να πλησιάζη σ’ εμάς ο ήχος
των βημάτων Κάποιου. Εάν πραγματικά μας αξίωσε να έρθη έως
εδώ, τότε είμαστε ελεύθεροι! Εάν τον ιδούμε ανάμεσά μας,
σωθήκαμε από τον Άδη!».
Και την ώρα που ο Αδάμ έλεγε αυτά προς τους συγκαταδίκους του,
εισέρχεται ο Κύριος, κρατώντας το νικηφόρο όπλο του Σταυρού.
Μόλις τον αντίκρυσε ο Αδάμ, χτύπησε το στήθος από την
χαρούμενη έκπληξι και φώναξε προς όλους τους επί αιώνες
κεκοιμημένους: «Ο Κύριος μου ας είναι μαζί με όλους»! Και ο
Χριστός απάντησε στον Αδάμ: «Και μετά του πνεύματός σου».
Ύστερα τον πιάνει από το χέρι, τον σηκώνει επάνω και του λέει:
Σήκω συ που κοιμάσαι και ανάστα από τους νεκρούς, γιατί σε
καταρτίζει ο Χριστός! Εγώ ο Θεός, που για χάρι σου έγινα υιός σου,
έχοντας δικούς μου πλέον και σένα και τους απογόνους σου, με την
θεϊκή εξουσία μου δίνω ελευθερία και λέω στους φυλακισμένους:
εξέλθετε.
Σένα Αδάμ, σε προστάζω: σήκω από τον αιώνιο ύπνο σου. Δεν σε
έπλασα, για να μένης φυλακισμένος στον Άδη. Ανάστα εκ των
νεκρών. Γιατί εγώ είμαι η ζωή των θνητών. Σήκω επάνω, πλάσμα
δικό μου, σήκω επάνω συ που είσαι η μορφή μου, που σε
δημιούργησα κατ’ εικόνα μου. Σήκω να φύγουμε από εδώ. Γιατί συ
είσαι μέσα σε μένα και εγώ μέσα σε σένα! Για σένα ο Κύριος έλαβε



τη δική σου μορφή του δούλου. Για δική σου χάρι, εγώ που
βρίσκομαι ψηλότερα από τους ουρανούς, κατέβηκα στη γη και πιο
κάτω από τη γη. Για σένα τον άνθρωπο έγινα σαν ένας
ανυπεράσπιστος άνθρωπος, βρέθηκα χωρισμένος κι εγώ από τη ζωή,
ανάμεσα σ’ όλους τούς άλλους νεκρούς. Για σένα που βγήκες μέσα
από τον κήπο του παραδείσου, μέσα σε κήπο παραδόθηκα στους
Ιουδαίους και μέσα σε κήπο εσταυρώθηκα.
Κύτταξε στο πρόσωπο μου τα φτυσίματα, που καταδέχθηκα προς
χάριν σου, για να σε αποκαταστήσω στην παλαιά σου δόξα, που σου
είχα δώσει με το εμφύσημά μου. Κύτταξε στα μάγουλά μου τα
ραπίσματα που καταδέχθηκα, για να επανορθώσω την διεστραμμένη
μορφή σου και να την φέρω στην όψι που είχε σαν εικόνα μου.
Κύτταξε στη ράχη μου τη μαστίγωσι που καταδέχθηκα, για να
διασκορπίσω το φορτίο των αμαρτημάτων σου. Κύτταξε τα
καρφωμένα χέρια μου, που τα άπλωσα καλώς επάνω στο ξύλο του
Σταυρού, για να συχωρεθής συ που άπλωσες κακώς το χέρι σου στο
απαγορευμένο δένδρο. Κύτταξε τα πόδια μου που καρφώθηκαν και
τρυπήθηκαν στον Σταυρό, για να εξαγνισθούν τα δικά σου πόδια
που έτρεξαν κακώς στο δένδρο της αμαρτίας (...).
Η πληγωμένη πλευρά μου εθεράπευσε τον πόνο της πλευράς σου. Ο
δικός μου ύπνος θα σε βγάλη από τον ύπνο σου μέσα στον Άδη. Η
ρομφαία που χτύπησε έμενα, σταμάτησε τη ρομφαία που στρεφόταν
εναντίον σου. Γι’ αυτό σηκωθήτε, ας φύγουμε από εδώ. Από τον
θάνατο στη ζωή. Από την φθορά στην αφθαρσία. Από το σκοτάδι
στο αιώνιο φως. Από την οδύνη στην ελευθερία. Από τη φυλακή του
Άδη στην άνω Ιερουσαλήμ. Από τα δεσμά στην άνεσι. Από τη
σκλαβιά στην τρυφή του Παραδείσου. Από τη γη στον ουρανό.
Γι’ αυτόν τον σκοπό ο Χριστός απέθανε και ανέστη, για να γίνη
Κύριος και νεκρών και ζώντων. Σηκωθήτε, λοιπόν. Ας φύγουμε από
εδώ. Ο ουράνιος Πατέρας περιμένει με λαχτάρα το χαμένο πρόβατο.



Τα ενενήντα εννέα πρόβατα των αγγέλων περιμένουν τον σύνδουλό
τους Αδάμ, πότε θα αναστηθή, πότε θα ανέλθη καί θα επανέλθη
προς τον Θεό. Ο Χερουβικός θρόνος είναι έτοιμος. Αυτοί που θα
σας ανεβάσουν είναι γρήγοροι και βιάζονται. Ο νυμφικός θάλαμος
έχει προετοιμασθή. Το μεγάλο εορταστικό δείπνο είναι στρωμένο.
Τα θησαυροφυλάκια των αιωνίων αγαθών άνοιξαν. Η Βασιλεία των
Ουρανών έχει ετοιμασθή «από καταβολής κόσμου». Αγαθά που
μάτια δεν τα είδαν και αυτιά δεν τα άκουσαν περιμένουν τον
άνθρωπο.
Αυτά και άλλα παρόμοια είπεν ο Κύριος. Και αμέσως ανασταίνεται
μαζί Του ο ενωμένος σ’ αυτόν Αδάμ και μαζί τους και η Εύα. Ακόμη
δε και «πολλά σώματα δικαίων, που είχαν πεθάνει πριν από αιώνες,
αναστήθηκαν» διακηρύσσοντας την τριήμερο Ανάστασι του
Χριστού. Αυτήν ας την υποδεχθούμε και ας την αγκαλιάσουμε οι
πιστοί με πολλή χαρά, χορεύοντες με τους αγγέλους και εορτάζοντες
με τους αρχαγγέλους και δοξάζοντες τον Χριστό, που μας ανέστησε
από την φθορά. Εις Αυτόν αρμόζει η δόξα και η δύναμις, μαζί με τον
αθάνατο Πατέρα και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό και
ομοούσιο Πνεύμα, εις όλους τους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
Μετάφραση Αρχιμανδρίτου Ιγνατίου
(Ιερά Μονή Παρακλήτου Αττικής)
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΣΥΝΑΞΗ»

 «Ο ΠΟΛΙΟΥΧΟΣ ΜΑΣ»

ΔΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΚΑΤΑΡΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ
ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΕΝΟΡΙΑΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΝΕΟΤΗΤΟΣ

Ι. ΝΑΟΥ ΑΓ. ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ
ΠΟΛΙΟΥΧΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΕΥΧΟΣ 32

ο ΑΠΡΙΛΙΟΣ – ΜΑΪΟΣ 2021

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΟΜΙΛΙΑ Α' ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΛΗΣΤΗ
και για τη δεύτερη παρουσία του Χριστού, και για την αδιάκοπη
προσευχή υπέρ των εχθρών μας.
Σήμερα ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός βρίσκεται πάνω στο σταυρό
και εμείς εορτάζουμε, για να μάθεις ότι ο σταυρός είναι εορτή και
πανήγυρη πνευματική. Γιατί προηγουμένως ο σταυρός ήταν η λέξη
που σήμαινε καταδίκη, τώρα όμως έγινε αντικείμενο τιμής.
Προηγουμένως ήταν σύμβολο καταδίκης, τώρα όμως είναι η
προϋπόθεση της σωτηρίας μας. Γιατί αυτός ο σταυρός μας
προξένησε άπειρα αγαθά, αυτός μας απάλλαξε από την πλάνη της
ειδωλολατρίας, αυτός μας φώτισε ενώ ζούσαμε μέσα στο σκοτάδι,
αυτός μας συμφιλίωσε με το Θεό, ενώ είχαμε γίνει εχθροί του, αυτός
μας έκανε φίλους του, ενώ είχαμε αποξενωθεί άπ' αυτόν, αυτός μας
έφερε κοντά στο Θεό, ενώ ήμαστε μακριά του. Αυτός εξαφάνισε την
έχθρα, αυτός εξασφάλισε την ειρήνη, αυτός έγινε για μας
θησαυροφυλάκιο άπειρων αγαθών. Εξαιτίας του δεν
περιπλανιόμαστε πια στις έρημους, γιατί γνωρίσαμε τον αληθινό
δρόμο. Δε ζούμε πια έξω από τη βασιλεία των ουρανών, γιατί
βρήκαμε την είσοδό της. Δε φοβόμαστε πια τα πυρωμένα βέλη τού
διαβόλου, γιατί είδαμε την πηγή. Χάρη σ' αυτόν δε βρισκόμαστε πια



σε χηρεία, γιατί αποκτήσαμε το γαμβρό. Δε φοβόμαστε το λύκο,
γιατί έχουμε τον καλό ποιμένα. Γιατί λέγει ο Χριστός· «Εγώ είμαι ο
ποιμένας ο καλός»1. Χάρη σ' αυτόν δεν τρέμουμε τον τύραννο, γιατί
είμαστε κοντά στο βασιλιά. Γι' αυτό εορτάζουμε και τιμούμε το
σταυρό. Έτσι παράγγειλε και ο Παύλος να εορτάζουμε το σταυρό.
Διότι λέγει· «Ας εορτάζουμε όχι με την παλιά ζύμη, αλλά με άζυμα
ειλικρίνειας και αλήθειας»2. Έπειτα, αφού πρόσθεσε την αιτία,
συνέχισε ̇ «Γιατί το Πάσχα το δικό μας είναι ο Χριστός, που
θυσιάσθηκε για τη σωτηρία μας»3.
Βλέπεις γιατί παραγγέλλει να εορτάζουμε το σταυρό; Γιατί επάνω
στο σταυρό θυσιάσθηκε ο Χριστός. Και όπου γίνεται θυσία, εκεί
εξαφανίζονται τα αμαρτήματα, εκεί γίνεται συμφιλίωση με τον
Κύριο, εκεί γίνεται εορτή και χαρά. «Το Πάσχα, το δικό μας είναι ο
Χριστός, που θυσιάσθηκε για μας». Και πες μου, που θυσιάσθηκε;
Πάνω σε σταυρό που στήθηκε ψηλά. Είναι καινούριο το
θυσιαστήριο αυτής της θυσίας, επειδή και η θυσία είναι καινούρια
και αξιοθαύμαστη. Γιατί ο ίδιος ήταν και θύμα και ιερέας. Θύμα,
κατά το σώμα του, και Ιερέας, κατά την πνευματική του φύση. Ο
ίδιος και πρόσφερε τη θυσία και προσφερόταν σωματικά. Άκουσε
λοιπόν πως μας φανέρωσε ο Παύλος αυτά τα δύο. «Κάθε
αρχιερέας», λέγει, «ξεχωρίζεται από τους ανθρώπους και γίνεται
αρχιερέας για την ωφέλεια των ανθρώπων. Γι' αυτό λοιπόν ήταν
ανάγκη να έχει και ο Χριστός κάτι που να το προσφέρει σαν θυσία.
Και πρόσφερε αυτός τον εαυτό του»4. Και αλλού λέγει, ότι «Ο
Χριστός που θυσιάσθηκε μια φορά για να βαστάξει πάνω του τις
αμαρτίες των πολλών, θα φανεί σ' εκείνους που τον περιμένουν για
να τους σώσει»5. Να, στη μία περίπτωση θυσιάσθηκε, ενώ στην
άλλη θυσίασε τον εαυτό του. Είδες πως έγινε και θύμα και Ιερέας,
και πως ο σταυρός ήταν θυσιαστήριο;
Και για ποιο λόγο, θα πει κάποιος, δεν έγινε η θυσία του μέσα στο
ναό, αλλά έξω από την πόλη και τα τείχη;Για να πραγματοποιηθεί η



προφητεία που έλεγε· «Τον λογάριασαν ανάμεσα στους
κακούργους»6. Και για ποιο λόγο, σφάζεται πάνω σε σταυρό που
στήθηκε ψηλά και όχι κάτω από στέγη;Για να καθαρίσει την
ατμόσφαιρα, γι' αυτό θυσιάσθηκε ψηλά, χωρίς να υπάρχει από πάνω
του στέγη, αλλά ο ουρανός. Καθαριζόταν λοιπόν η ατμόσφαιρα,
επειδή θυσιαζόταν ψηλά το πρόβατο. Καθαριζόταν όμως και η γη,
επειδή έσταζε πάνω της το αίμα από την πλευρά του. Γι' αυτό δε
θυσιάσθηκε κάτω από στέγη, γι' αυτό δε θυσιάσθηκε στο ναό των
Ιουδαίων, για να μη νομίσεις ότι προσφέρεται αυτή για χάρη μόνο
τού ιουδαϊκού έθνους. Γι' αυτό θυσιάσθηκε έξω από την πόλη και τα
τείχη, για να μάθεις ότι η θυσία έγινε για όλους τους ανθρώπους, ότι
η προσφορά έγινε για όλη τη γη, για να μάθεις ότι ο καθαρμός είναι
γενικός και όχι μερικός, όπως γινόταν στους Ιουδαίους.
Γι' αυτό παράγγειλε ο Θεός στους Ιουδαίους ν' αφήσουν όλη τη γη
και σ' ένα τόπο να προσφέρουν τις θυσίες τους και να
προσεύχονται, επειδή όλη η γη ήταν ακάθαρτη, επειδή υπήρχαν
πάνω της καπνός και μυρωδιά ψημένων κρεάτων και όλες οι άλλες
ακαθαρσίες από τις ειδωλολατρικές θυσίες. Για μας όμως, από τότε
που ήρθε ο Χριστός και καθάρισε όλη την οικουμένη, όλος ο τόπος
έγινε τόπος προσευχής. Γι' αυτό και ο Παύλος με πεποίθηση
συμβούλευε να προσευχόμαστε χωρίς φόβο παντού, λέγοντας τα
εξής· «Θέλω να προσεύχονται οι άνδρες σε κάθε τόπο και να
σηκώνουν προς τον ουρανό καθαρά χέρια»7. Είδες πως
καθαρίσθηκε η οικουμένη; Από τον τόπο της θυσίας του λοιπόν
μπορούμε παντού να υψώνουμε προς τον ουρανό χέρια καθαρά,
γιατί όλη η γη αγιάσθηκε και έγινε αγιότερη από τα άγια των αγίων.
Γιατί εκεί θυσιάσθηκε πρόβατο που δεν είχε λογικό, εδώ όμως
πρόβατο πνευματικό. Και όσο πιο μεγάλη είναι η θυσία, τόσο πιο
πολύς είναι και ο αγιασμός. Γι' αυτό εορτάζουμε το σταυρό.
2. Θέλεις να μάθεις και άλλο κατόρθωμα τού σταυρού; Τον
παράδεισο μας άνοιξε σήμερα, που ήταν κλεισμένος περισσότερο



απόπέντε χιλιάδες χρόνια8. Γιατί αυτή την ημέρα, αυτή την ώρα
έβαλε μέσα στον παράδεισο το ληστή ο Θεός και έκαμε δύο
κατορθώματα· το πρώτο, ότι άνοιξε τον παράδεισο, και το δεύτερο,
ότι έβαλε μέσα το ληστή. Σήμερα μας έδωσε πάλι την παλιά πατρίδα
μας, σήμερα μας έφερε πάλι στην πόλη των προγόνων μας και
χάρισε κατοικία σ' όλο το ανθρώπινο γένος. Γιατί είπε ο Χριστός·
«Σήμερα θα είσαι μαζί μου στον παράδεισο»9. Τι λέγεις;
Σταυρώθηκες και καρφώθηκες και υπόσχεσαι παράδεισο; Ναι, λέγει,
για να μάθεις καλά τη δύναμή μου που έχω επάνω στο σταυρό.
Επειδή δηλαδή το γεγονός ήταν λυπηρό, για να μη προσέξεις στη
σταύρωση, αλλά για να μάθεις τη δύναμη του σταυρωμένου, επάνω
στο σταυρό κάνει αυτό το θαύμα, που δείχνει ιδιαίτερα τη δύναμη
του. Γιατί όχι όταν ανέστησε νεκρό, ούτε όταν επιτίμησε τη
θάλασσα και τους ανέμους, ούτε όταν απομάκρυνε τους δαίμονες,
αλλά όταν τον σταύρωναν, όταν τον κάρφωναν, όταν τον
ειρωνεύονταν, όταν τον κακολογούσαν κατόρθωσε ν' αλλάξει την
πονηρή σκέψη του ληστή, για να δεις τη δύναμη του και από τις δύο
πλευρές. Και ολόκληρη την κτίση δηλαδή συγκλόνισε, και τις
πέτρες ράγισε, και την ψυχή του ληστή, που ήταν πιο αναίσθητη από
την πέτρα, τη συγκίνησε και την τίμησε.
«Γιατί σήμερα θα είσαι μαζί μου στον παράδεισο», λέγει. Αν και τα
Χερουβείμ φρουρούσαν τον παράδεισο, αυτός όμως ήταν κύριος και
των Χερουβείμ. Εκεί περιφέρεται πύρινη ρομφαία, άλλ' αυτός έχει
εξουσία πάνω στη φλόγα και την κόλαση και τη ζωή και το θάνατο.
Αν και κανείς βασιλιάς δε θα μπορούσε ποτέ ν' ανεχθεί κάποιο
ληστή ή κάποιον άλλον άνθρωπο να καθίσει κοντά του και να τον
φέρει έτσι μέσα σε κάποια πόλη. Αλλά ο Χριστός το έκαμε αυτό και,
καθώς μπαίνει μέσα στην ιερή πατρίδα, φέρει μαζί του το ληστή, όχι
γιατί περιφρονούσε τον παράδεισο, όχι για να τον προσβάλει με την

παρουσία του ληστή, αλλά μάλλον για να τον τιμήσει. Γιατί αυτό ή-
ταν τιμή για τον παράδεισο, να έχει δηλαδή τέτοιον κύριο, που



έκαμε και το ληστή άξιο ν' απολαύσει τον παράδεισο. Και όταν
έβαλε τελώνες και πόρνες στη βασιλεία των ουρανών, δεν το έκαμε
γιατί ήθελε να την περιφρονήσει, αλλά περισσότερο την τιμούσε,
αποδεικνύοντας ότι τέτοιος είναι ο Κύριος της βασιλείας των
ουρανών, που κάνει και πόρνες και τελώνες τόσο εκλεκτούς, ώστε ν'
αποδειχθούν άξιοι για την τιμή και την ευεργεσία αυτή.Όπως
δηλαδή θαυμάζουμε πάρα πολύ έναν ιατρό τότε, όταν τον δούμε να
θεραπεύει και να επαναφέρει την υγεία σ' ανθρώπους που έπασχαν
από ανίατες ασθένειες, έτσι είναι δίκαιο να θαυμάζουμε και το
Χριστό, όταν θεραπεύει ανίατα τραύματα, όταν ξαναδίνει σε τελώνη
και πόρνη τόση υγεία, ώστε ν' αποδειχθούν άξιοι για τη βασιλεία
των ουρανών.
Και τι το σπουδαίο έκαμε ο ληστής, θα πει κάποιος, για να κερδίσει
τον παράδεισο μετά τη σταύρωση του;
Θέλεις να σου πω σύντομα το κατόρθωμα του; Όταν ο Πέτρος τον
αρνήθηκε χωρίς να είναι στο σταυρό, τότε εκείνος τον πίστεψε
καθώς ήταν επάνω στο σταυρό. Και δεν τα λέγω αυτά για να
κατηγορήσω τον Πέτρο, μακριά μια τέτοια σκέψη, αλλά γιατί θέλω
να δείξω τη μεγαλοψυχία του ληστή. Ο μαθητής δεν άντεξε την
απειλή ενός ασήμαντου κοριτσιού, ο ληστής όμως, αν και έβλεπε να
στέκεται γύρω ολόκληρος λαός, που φώναζε, και έκανε σαν τρελλός,
και βλασφημούσε και περιγελούσε, δεν τα έδωσε σημασία αυτά,
ούτε πρόσεξε τη φαινομενική αδυναμία εκείνου που σταυρωνόταν,
αλλά, παραβλέποντας με τα μάτια της πίστης όλα αυτά και
ξεπερνώντας τα ασήμαντα εμπόδια, αναγνώρισε τον Κύριο των
ουρανών και αφού τον παρακάλεσε τού είπε-«Θυμήσου με, Κύριε,
όταν φθάσεις στη βασιλεία σου»10. Ας μη προσπεράσουμε λοιπόν
επιπόλαια αυτόν το ληστή, ούτε να ντραπούμε να τον θεωρήσουμε
διδάσκαλό μας, αυτόν που ο Κύριός μας δεν ντράπηκε να τον
οδηγήσει πρώτο στον παράδεισο. Ας μη ντραπούμε να θεωρήσουμε
διδάσκαλό μας τον άνθρωπο, που πρώτος άπ' όλο τον κόσμο φάνηκε



άξιος να μπει στη βασιλεία των ουρανών, άλλ' ας εξετάσουμε το
καθετί με προσοχή, για να μάθουμε τη δύναμη του σταυρού. Δεν
είπε στο ληστή, όπως στον Πέτρο, «Ακολούθησε με και θα σε κάνω
ικανό να ψαρεύεις ανθρώπους»11, ούτε τού είπε, όπως είπε στους
δώδεκα μαθητές του, ότι «θα καθίσετε σε δώδεκα θρόνους να
δικάζετε τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ»12. Και μάλιστα δεν του είπε
ούτε μία λέξη. Δεν τού έδειξε θαύμα, ούτε είδε αυτός ν' ανασταίνει
κάποιο νεκρό, ούτε να διώχνει δαίμονες. Δεν είδε τη θάλασσα να
υπακούει στην προσταγή του, ούτε τού είπε κάτι για τη βασιλεία των
ουρανών, ούτε για την κόλαση, και ενώπιον όλων πίστεψε σ' αυτόν,
και μάλιστα τη στιγμή που ο άλλος ληστής ήταν σταυρωμένος μαζί
του, για να πραγματοποιηθούν τα λόγια τού προφήτη, ότι
«Λογαριάσθηκε ανάμεσα στους κακούργους»13.
Ήθελαν λοιπόν οι Ιουδαίοι να συκοφαντήσουν τη δόξα του και με
κάθε τρόπο τον έβριζαν μ' αυτά που έκαμναν. Η αλήθεια όμως από
παντού έλαμπε και αυξανόταν με τις αντιδράσεις τους. Τον
ειρωνευόταν λοιπόν ο άλλος ληστής. Είδες τον ένα και τον άλλο
ληστή; Και οι δύο είναι πάνω στο σταυρό, και οι δύο γιατί ήταν
ληστές, και οι δύο γιατί έδειξαν κακή διαγωγή. Δεν είχαν όμως και
οι δύο το ίδιο τέλος, άλλ' ο ένας κληρονόμησε τη βασιλεία των
ουρανών και ο άλλος πήγε στην κόλαση. Έτσι έγινε και χθες.
Μαθητές ήταν οι ένδεκα, μαθητής και ο Ιούδας. Εκείνοι μεν έλεγαν,
«Που θέλεις να σου ετοιμάσουμε να φάγεις το Πάσχα;»14, ενώ
αυτός ετοιμαζόταν για την προδοσία και έλεγε ̇ «Τι θέλετε να μου
δώσετε, για να σας τον παραδώσω;»14α. Και εκείνοι ετοιμάζονταν
να τον περιποιηθούν και να πάρουν μέρος στη θεία μυσταγωγία,
αυτός όμως τον προσκυνάει. Ο ένας τον βρίζει, ο άλλος τον επαινεί
και κλείνει το στόμα του βλάσφημου λέγοντας· «Ούτε το Θεό δε
φοβάσαι εσύ; Γιατί εμείς απολαμβάνουμε όπως άξιζε για εκείνα που
κάναμε»15.



3. Είδες το θάρρος του ληστή; Είδες το θάρρος του επάνω στο
σταυρό; Είδες την πίστη του την ώρα της τιμωρίας του και την
ευσέβεια του την ώρα τού βασανισμού του; Ποιος λοιπόν δε θα
ένιωθε κατάπληξη για το ότι ήταν κύριος τού εαυτού του, για το ότι
είχε τα λογικά του, αν και τον είχαν τρυπήσει με καρφιά; Αυτός
όμως δεν ήταν μόνο κύριος τού εαυτού του, αλλά και αδιαφορούσε
για τα βάσανά του και φρόντιζε για τα βάσανα των άλλων, και έγινε
διδάσκαλος επάνω στο σταυρό και κατακρίνει τον άλλο ληστή και
τού λέγει ̇«Ούτε το Θεό δε φοβάσαι εσύ;». Να μη προσέχεις, λέγει,
στο επίγειο δικαστήριο· υπάρχει άλλος κριτής αόρατος, υπάρχει
δικαστήριο αμερόληπτο. Να μη βλέπεις λοιπόν επειδή
καταδικάσθηκε στη γη, γιατί δε γίνονται αυτά στον ουρανό. Εδώ
δηλαδή στο επίγειο δικαστήριο και δίκαιοι καταδικάζονται, και
άδικοι αθωώνονται, και ένοχοι δεν παθαίνουν τίποτε, και αθώοι
τιμωρούνται. Γιατί οι δικαστές κάνουν πολλά λάθη θεληματικά ή
άθελα τους, ή γιατί δε γνωρίζουν το δίκαιο και εξαπατούνται, ή γιατί
το γνωρίζουν, αλλά, επειδή εξαγοράζονται με χρήματα, παίρνουν
πολλές φορές άδικη απόφαση. Στον ουρανό όμως δεν συμβαίνει
τίποτε τέτοιο. Γιατί ο Θεός είναι δίκαιος κριτής και η απόφαση του
θα βγει σαν το φως χωρίς να έχει δόλο ούτε άγνοια. Για να μη λέγει
λοιπόν, ότι καταδικάσθηκε στη γη και τιμωρήθηκε, τον ανέβασε στο
ουράνιο δικαστήριο. Τού θύμισε εκείνο το φοβερό βήμα, λέγοντας
περίπου αυτά· Πρόσεχε εκεί και δε θα ρίξεις καταδικαστική ψήφο,
ούτε θα συμφωνήσεις με τους ανήθικους δικαστές της γης, αλλά θα
παραδεχθείς τη δίκη που γίνεται στους ουρανούς. Είδες την πίστη
τού ληστή; Είδες σύνεση και διδασκαλία του; Αμέσως από το
σταυρό πήδησε στον ουρανό.
Έπειτα, αποστομώνοντας με το παραπάνω αυτόν, τού λέγει· «Δε
φοβάσαι, γιατί τιμωρηθήκαμε με την ίδια ποινή;». Τι σημαίνει, «ότι
εν τω αυτώ κρίματι έσμεν;». Ότι τιμωρηθήκαμε με τον ίδιο τρόπο.
Μήπως λοιπόν και εσύ δεν είσαι πάνω στο σταυρό; Βρίζοντας



λοιπόν το Χριστό, προσβάλλεις τον εαυτό σου αντί γι' αυτόν. Γιατί,
όπως ο αμαρτωλός, όταν κατηγορεί άλλον αμαρτωλό, κατηγορεί τον
εαυτό του και όχι τον άλλο, έτσι και αυτός που βρίσκεται σε
συμφορά και βρίζει τον άλλο για τη συμφορά του βρίζει τον εαυτό
του και όχι τον άλλο. «Γιατί τιμωρηθήκαμε με την ίδια ποινή». Του
διαβάζει αποστολικό νόμο και τού λέγει τα λόγια τού Ευαγγελίου,
«Μη κατακρίνετε, για να μη κατακριθείτε»16. «Γιατί τιμωρηθήκαμε
με την ίδια ποινή». Τι κάνεις, ληστή; Προσπαθώντας ν' απολογηθείς
για το Χριστό, τον έκαμες σύντροφο του ληστή; Όχι, λέγει.
Εξαφανίζω την υποψία αυτή με τα παρακάτω. Για να μη νομίσεις
δηλαδή ότι εξ αιτίας της ίδιας τιμωρίας τον έκαμε και σύντροφο
τους στην αμαρτία, πρόσθεσε τη διόρθωση και είπε ̇ «Και εμείς
βέβαια δίκαια τιμωρηθήκαμε, γιατί άξια παθαίνουμε γι' αυτά που
κάναμε».
Είδες τέλεια εξομολόγηση; Είδες πως απαλλάχθηκε από τις αμαρτίες
του επάνω στο σταυρό; Γιατί λέγει ο προφήτης· «Να λέγεις πρώτος
εσύ τις αμαρτίες σου, για να συγχωρηθείς»17. Κανείς δεν τον
ανάγκασε, κανείς δεν τον πίεσε, αλλά ο ίδιος κατηγόρησε τον εαυτό
του λέγοντας· «Και εμείς βέβαια δίκαια τιμωρηθήκαμε, γιατί
παθαίνουμε άξια γι' αυτά που κάναμε. Αυτός όμως δεν έκαμε κανένα
κακό». Και ύστερα λέγει· «Θυμήσου με, Κύριε, στη βασιλεία σου».
Δεν τόλμησε να πει πρώτα, «Θυμήσου με στη βασιλεία σου», ώσπου
με την εξομολόγηση πέταξε από πάνω του το φορτίο των αμαρτιών

του. Βλέπεις πόσο μεγάλο πράγμα είναι η εξομολόγηση; Εξομολο-
γήθηκε, και άνοιξε τον παράδεισο· εξομολογήθηκε, και απέκτησε

τόσο θάρρος, ώστε από ληστής που ήταν να ζητήσει τη βασιλεία των
ουρανών. Βλέπεις πόσα αγαθά μας προξένησε ο σταυρός;
Αναλογίζεσαι τη βασιλεία των ουρανών; Πες μου λοιπόν, βλέπεις
κάτι τέτοιο; Αυτά που βλέπεις είναι καρφιά και σταυρός, άλλ' ο
σταυρός αυτός, λέγει, είναι το σύμβολο της βασιλείας των ουρανών.
Γι' αυτό τον ονομάζω βασιλιά, επειδή τον βλέπω να σταυρώνεται.



Γιατί είναι χαρακτηριστικό του βασιλιά να πεθαίνει για τη σωτηρία
των υπηκόων του. Ο ίδιος ο Χριστός είπε ̇ «Ο ποιμένας ο καλός
θυσιάζει τη ζωή του για τη σωτηρία των προβάτων του»18.
Επομένως και ο βασιλιάς ο καλός θυσιάζει τη ζωή του για τη
σωτηρία των υπηκόων του. Επειδή λοιπόν θυσίασε τη ζωή του, γι'
αυτό τον ονομάζω βασιλιά. «Θυμήσου με, Κύριε, στη βασιλεία
σου».
4. Είδες πως ο σταυρός είναι σύμβολο και της βασιλείας των
ουρανών; Θέλεις να μάθεις αυτό και από αλλού; Δεν τον άφησε στη
γη ο Χριστός, αλλά τον πήρε μαζί του και τον ανέβασε στον ουρανό.
Από που φαίνεται αυτό; Επειδή πρόκειται να έρθει με το σταυρό στη
δεύτερη και ένδοξη παρουσία του, για να μάθεις πόσο σεβαστό
πράγμα είναι ο σταυρός, γι' αυτό και τον ονόμασε δόξα. Άλλ' ας
δούμε πως θα έρθει με το σταυρό, γιατί είναι ανάγκη να σάς φέρω
την απόδειξη. «Εάν σας πουν», λέγει ο Χριστός, «να, ο Χριστός
είναι στα ιδιαίτερα δωμάτια, να είναι στην έρημο, μη βγείτε να τον
συναντήσετε»19, και εννοεί τη δεύτερη παρουσία του την ένδοξη
και αναφέρεται στους ψευδόχριστους, στους ψευδοπροφήτες και
στον αντίχριστο, για να μη πλανηθεί κανείς και πέσει στην παγίδα
του. Επειδή δηλαδή ο αντίχριστος θα έρθει πριν από το Χριστό, για
να μη πέσει κανείς στο στόμα τού λύκου, αναζητώντας τον ποιμένα,
γι' αυτό σου αναφέρω ένα σημάδι της παρουσίας τού ποιμένα.
Επειδή λοιπόν η πρώτη του παρουσία στον κόσμο έμεινε
απαρατήρητη, για να μη νομίσεις ότι και η δεύτερη θα γίνει με τον
ίδιο τρόπο, έδωσε αυτό το σημάδι. Γιατί η πρώτη του παρουσία
δικαιολογημένα έμεινε απαρατήρητη, επειδή ήρθε να βρει το χαμένο
πρόβατο. Η δεύτερη όμως δε θα γίνει έτσι. Αλλά πως; πες μου.
«Όπως η αστραπή βγαίνει από την ανατολή και φαίνεται μέχρι τη
δύση, έτσι θα γίνει και η παρουσία του Υιού του ανθρώπου»20. Θα
φανεί σ' όλους μαζί και δε θα χρειασθεί να ερωτήσει κανείς, αν ο
Χριστός είναι εδώ ή εκεί.Όπως λοιπόν όταν φαίνεται μία αστραπή δε



χρειάζεται να εξετάσουμε αν φάνηκε, έτσι όταν συμβεί η δεύτερη
παρουσία τού Χριστού, δε χρειάζεται να εξετάζουμε αν ήρθε ο
Χριστός.
Άλλ' εκείνο που θέλουμε ν' αποδείξουμε είναι, αν θα έρθει με το
σταυρό. Δεν πρέπει βέβαια να ξεχάσουμε την υπόσχεσή μας.
Άκουσε λοιπόν τα εξής. «Τότε», λέγει· τότε, πότε; «Όταν θα έρθει ο
Υιός του άνθρωπου, ο ήλιος θα σκοτισθεί και η σελήνη δε θα δώσει
το φως της»21. Γιατί τόσο υπερβολικό θα είναι τότε το φως, ώστε
και τα πιο λαμπρά άστρα θα κρυφθούν. «Τότε και τα άστρα θα
πέσουν από τον ουρανό, τότε θα φανεί στον ουρανό και το σημάδι
τού Υιού τού άνθρωπου»22. Είδες πόση είναι η δύναμη τού
σταυρού; Οήλιος θα σκοτισθεί και η σελήνη δε θα φανεί, ο σταυρός
όμως λάμπει και φαίνεται, για να μάθεις ότι είναι πιο λαμπρός και
από τον ήλιο και από τη σελήνη.Και όπως όταν ένας βασιλιάς
μπαίνει σε κάποια πόλη, οι στρατιώτες παίρνουν τα λάβαρα, τα
σηκώνουν στους ώμους τους και προαγγέλλουν την είσοδο του, έτσι
και όταν ο Κύριος θα κατεβαίνει από τους ουρανούς θα προηγούνται
οι στρατιές των αγγέλων και των αρχαγγέλων και θα φέρουν στους
ώμους τους το σταυρόκαι θα μας προαγγέλλουν τη βασιλική είσοδο
του. «Τότε θα σαλευθούν οι δυνάμεις των ουρανών», λέγει, και
εννοεί τους αγγέλους· θα τους πιάσει τότε πολύς τρόπος και φόβος.
Και για ποιο λόγο; πες μου. Θα είναι φοβερό το δικαστήριο εκείνο,
γιατί πρόκειται όλο το ανθρώπινο γένος να δικασθεί και να
παρουσιασθεί μπροστά στο φοβερό κριτή. Για ποιο λοιπόν λόγο οι
άγγελοι φοβούνται και τρέμουν; αφού δεν πρόκειται αυτοί να
δικασθούν. Γιατί, όπως όταν δικάζει ένας άρχοντας δε φοβούνται
και τρέμουν οι ένοχοι μόνο, αλλά και οι φρουροί, που δεν
αισθάνονται καμιά ένοχη, επειδή φοβούνται το δικαστή, έτσι και
τότε, όταν θα δικάζεται το ανθρώπινο γένος, θα φοβούνται και οι
άγγελοι, που δεν αισθάνονται καμιά ενοχή, επειδή θα φοβούνται
πάρα πολύ το δικαστή. Γιατί όμως φαίνεται τότε ο σταυρός και γιατί



έρχεται έχοντας το σταυρό ο Κύριος;Για να μάθουν την αχαριστία
τους εκείνοι που τον σταύρωσαν, γι' αυτό τους δείχνει αυτό το
σύμβολο της ντροπής τους. Και ότι πραγματικά γι' αυτό φέρει μαζί
του το σταυρό, άκουσε τον προφήτη που λέγει ̇«Τότε θα θρηνήσουν
όλες οι φυλές της γης»23, γιατί θα δουν τον κατήγορό τους και θ'
αναγνωρίσουν το σφάλμα τους. Και γιατί απορείς, εάν θα έρθει μαζί
με το σταυρό, αφού τότε θα δείχνει και τις ίδιες τις πληγές
του;«Γιατί θα δουν», λέγει ο προφήτης, «εκείνον που τον τρύπησαν
με τη λόγχη»24. Όπως δηλαδή έκαμε στην περίπτωση του Θωμά,
επειδή ήθελε να διορθώσει την απιστία τού μαθητή του, και αφού
αναστήθηκε του έδειξε τα σημάδια των καρφιών και τις πληγές, και
τού είπε, «Βάλε το χέρι σου και δες, γιατί το φάντασμα δεν έχει
σάρκα και οστά»25, έτσι και τότε θα δείξει τις πληγές και το
σταυρό, για ν' αποδείξει ότι αυτός ήταν εκείνος που σταυρώθηκε.
5. Και όχι μόνο από το σταυρό, αλλά και από τα ίδια τα λόγια που
είπε πάνω στο σταυρό είναι δυνατό να δούμε την ανέκφραστη
φιλανθρωπία του. Γιατί ακόμη και τότε που τον σταύρωναν και τον
ειρωνεύονταν και τον περιγελούσαν και τον έφτυναν, έλεγε·
«Πατέρα, συγχώρησε τους την αμαρτία, γιατί δεν ξέρουν τι
κάνουν»26. Και όταν σταυρώνεται, προσεύχεται γι' αυτούς που τον
σταύρωναν, αν και έλεγαν τα αντίθετα· «Εάν είσαι Υιός τού Θεού,
κατέβα από το σταυρό και θα πιστέψουμε σε σένα»27. Άλλ' όμως γι'
αυτό δεν κατεβαίνει από το σταυρό, επειδή είναι Υιός τού Θεού, και
γι' αυτό ήρθε, για να σταυρωθεί για τη σωτηρία μας. «Κατέβα από
το σταυρό», λέγει, «και θα πιστέψουμε σε σένα». Αυτά είναι λόγια
και πρόφαση για την απιστία τους. Γιατί το ότι αναστήθηκε, αν και

υπήρχε ο λίθος στον τάφο του, ήταν πολύ μεγαλύτερο από το να κα-
τεβεί από το σταυρό. Το να βγάλει από το μνήμα το Λάζαρο, που

ήταν νεκρός τέσσερις ημέρες και δεμένος με τα νεκρικά σάβανα,
ήταν πολύ μεγαλύτερο από το να κατεβεί από το σταυρό.Εκείνοι
λοιπόν έλεγαν «Εάν είσαι Υιός τού Θεού, σώσε τον εαυτό σου».



Αυτός όμως έκανε τα πάντα, για να σώσει εκείνους που τον έβριζαν,
και έλεγε· «Συγχώρησε τους την αμαρτία, γιατί δεν ξέρουν τι
κάνουν». Τι λοιπόν έγινε; Τους συγχώρησε την αμαρτία τους; Τους
συγχώρησε, αν ήθελαν να μετανοήσουν. Γιατί αν δεν τους
συγχωρούσε την αμαρτία, δε θα γινόταν ο Παύλος απόστολος. Αν
δεν τους συγχωρούσε την αμαρτία, δε θα πίστευαν αμέσως τρεις
χιλιάδες και πέντε χιλιάδες και πολλές μυριάδες. Ότι πραγματικά
πίστεψαν πολλές μυριάδες Ιουδαίων, άκουσε τι λέγουν οι απόστολοι
στον Παύλο· «Βλέπεις, αδελφέ, πόσες είναι οι μυριάδες των
Ιουδαίων που πίστεψαν στο Χριστό;»28.
Ας μιμηθούμε λοιπόν τον Κύριο και ας προσευχόμαστε για τους
εχθρούς μας.Πάλι λοιπόν καταλήγω σ' αυτήν τη συμβουλή. Είναι η
πέμπτη ημέρα σήμερα που σάς ομιλώ για το ζήτημα αυτό, όχι γιατί
θέλω να σάς κατηγορήσω για απείθεια, μακριά μια τέτοια σκέψη,
αλλά γιατί πάρα πολύ ελπίζω ότι θα πεισθείτε. Εάν όμως υπάρχουν
μερικοί σκληρόκαρδοι και οργίλοι και δύστροποι, που δεν
υπάκουσαν σ' αυτά που για την προσευχή είπαμε, ίσως ντραπούν
που σάς ομιλώ πολλές ημέρες και απομακρύνουν κάποτε το μίσος
και τη μικροψυχία. Μιμήσου τον Κύριό σου· σταυρωνόταν, και
μιλούσε στον Πατέρα για το καλό αυτών που τον σταύρωναν. Και
πως μπορώ, θα πει κάποιος, να μιμηθώ τον Κύριο;Εάν θέλεις,
μπορείς. Γιατί, εάν δεν μπορούσες να τον μιμηθείς, πως έλεγε,
«Μάθετε από μένα, ότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά»29;
Εάν δεν ήταν δυνατό να τον μιμηθείς, δε θα έλεγε ο Παύλος· «Να
γίνεστε μιμητές μου, όπως και εγώ γίνομαι μιμητής τού Χριστού»30.
Άλλ' όμως δε θέλεις να μιμηθείς τον Κύριο; μιμήσου το συνάνθρωπο
σου, εννοώ τον απόστολο Στέφανο, γιατί και αυτός μιμήθηκε τον
Κύριο. Και όπως ο Χριστός ανάμεσα στους σταυρωτές του
αδιαφόρησε για τη σταύρωσή του, αδιαφόρησε για τους πόνους του
και παρακαλούσε τον Πατέρα να συγχωρήσει τους σταυρωτές του,
έτσι και ο διάκονος Στέφανος ανάμεσα σ' αυτούς που τον



λιθοβολούσαν, καθώς τον κτυπούσαν όλοι και δεχόταν τις πέτρες
τους, αδιαφόρησε για τους πόνους που τού προκαλούσαν τα
κτυπήματα και έλεγε· «Κύριε, μη λογαριάσεις σ' αυτούς την αμαρτία
αυτή»31.
Είδες πως ομιλεί ο Υιός; Είδες πως παρακαλεί ο άνθρωπος; Εκείνος
λέγει· «Πατέρα, συγχώρησε τους την αμαρτία αυτή, γιατί δεν ξέρουν
τι κάνουν», και αυτός λέγει· «Κύριε, μη τους λογαριάσεις αυτή την
αμαρτία». Και για να μάθεις ότι προσεύχεται με ειλικρίνεια, δεν
προσεύχεται απλά όρθιος όταν τον λιθοβολούσαν, αλλά γονάτισε
και προσευχήθηκε με κατάνυξη και πολλή συμπόνοια. Θέλεις να
σου δείξω και άλλο συνάνθρωπο σου που έπαθε πολύ περισσότερα
άπ' αυτόν; Ο Παύλος λέγει· «Οι Ιουδαίοι με κτύπησαν με ραβδιά,
μια φορά με λιθοβόλησαν, ένα ημερόνυκτο έμεινα στο πέλαγος»32.

Τι λέγει λοιπόν ύστερα άπ' αυτά; «Θα ευχόμουν», λέγει, «να χωρι-
σθώ εγώ ο ίδιος από το Χριστό, για χάρη των αδελφών μου

Ιουδαίων, που είναι συγγενείς μου κατά σάρκα»33. Θέλεις να δεις
και άλλον, όχι από την Καινή Διαθήκη, αλλά από την Παλαιά; Γιατί
αυτό είναι το πάρα πολύ αξιοθαύμαστο, ότι δηλαδή τότε που δεν
υπήρχε η προτροπή ν' αγαπούν οι άνθρωποι τους εχθρούς τους, αλλά
να βγάζουν μάτι αντί για μάτι, και δόντι αντί για δόντι, και ν'
ανταποδίδουν τα ίδια κακά, έφθασαν στη συμπεριφορά των
αποστόλων. Άκουσε τι λέγει ο Μωυσής, που λιθοβολήθηκε πολλές
φορές από τους Ιουδαίους και περιφρονήθηκε άπ' αυτούς· «Εάν τους
συγχωρήσεις την αμαρτία, συγχώρησε την διαφορετικά, σβήσε και
μένα από το βιβλίο που με έγραψες»34.
Βλέπεις ότι ο καθένας θέτει την ασφάλεια των άλλων πριν από τη
δική του σωτηρία; Δεν αμάρτησες καθόλου ̇ γιατί θέλεις να
τιμωρηθείς μαζί μ' αυτούς; Επειδή, λέγει, δεν αισθάνομαι καθόλου
την ευτυχία, όταν οι άλλοι υποφέρουν. Θα μας ήταν βέβαια αρκετά
αυτά τα παραδείγματα. Αλλά για να διορθωθούμε από τα πολλά
παραδείγματα, θ' αναφέρω και κάποιον άλλο που έκαμε τις ίδιες



σκέψεις. Γιατί και ο Δαυίδ, ο μακάριος και πράος εκείνος άνδρας,
όταν επαναστάτησε εναντίον του όλες ο στρατός του και έδωσε όλη
του τη δύναμη στον υιό του τον Αβεσαλώμ, και επιτέθηκε να
καταλάβει την εξουσία και ήθελε να τον σφάξει, και έπειτα
οργίσθηκε γι' αυτό ο Θεός (γιατί τι σημασία έχει αν βρήκε άλλη
πρόφαση για τη σφαγή;), και έστειλε τον άγγελό του με γυμνό το
ξίφος, για να κτυπήσει από ψηλά, όταν έβλεπε ότι αφανίζονται όλοι,
τι λέγει; «Εγώ ο ποιμένας αμάρτησα, και εγώ ο ποιμένας έκαμα

κακό. Ας πέσει η τιμωρία σου σε μένα και στην πατρική μου οικογέ-
νεια»35.

Βλέπεις πάλι όμοια κατορθώματα; Θέλεις να σου δείξω και άλλον;
Γιατί δε μας λείπει και άλλος που έκαμε τις ίδιες σκέψεις.
Ο προφήτης Σαμουήλβρίσθηκε από τους Ιουδαίους, καθαιρέθηκε,
περιφρονήθηκε τόσο, ώστε ο Θεός θέλησε να τον παρηγορήσει και
του είπε· «Δεν περιφρόνησαν εσένα, άλλ' εμένα»36. Τι λοιπόν
απάντησε εκείνος που περιφρονήθηκε, που προσβλήθηκε και που
βρίσθηκε; «Είθε να μη κάνω τέτοια αμαρτία», λέγει, «ώστε να
σταματήσω να προσεύχομαι στον Κύριο για σάς»37. Θεώρησε ότι
είναι αμαρτία, το να μη προσεύχεται για τους εχθρούς του. Είθε
λοιπόν να μη συμβεί ν' αμαρτήσω έτσι, ώστε να μη προσεύχομαι για
σάς. Ο Χριστός λέγει· «Πατέρα, συγχώρησε τους την αμαρτία, γιατί
δεν ξέρουν τι κάνουν». Ο Στέφανοςλέγει· «Κύριε, μη τους
λογαριάσεις την αμαρτία αυτή». Ο Παύλος λέγει· «Θα ευχόμουν να
γίνω ανάθεμα για χάρη των αδελφών μου, των συγγενών μου κατά
σάρκα». ΟΜωυσής λέγει· «Εάν τους συγχωρήσεις την αμαρτία τους,
συγχώρησε την διαφορετικά, σβήσε και μένα από το βιβλίο που με
έγραψες». Ο Δαυίδ λέγει· «Ας πέσει η τιμωρία σου σε μένα και στην
πατρική μου οικογένεια». Ο Σαμουήλ λέγει ̇ «Είθε να μη κάνω
τέτοια αμαρτία, ώστε να σταματήσω να προσεύχομαι στον Κύριο για
σας». Πες μου λοιπόν, ποια συγγνώμη θα επιτύχουμε, όταν, ενώ ο
Κύριος και οι συνάνθρωποι μας, από την Καινή και την Παλαιά



Διαθήκη, όλοι μας παρακινούν να προσευχόμαστε για τους εχθρούς
μας,εμείς όμως κάνουμε το αντίθετο και προσευχόμαστε για το κακό
των εχθρών μας;
Μη, σας παρακαλώ, αδελφοί, μη το κάνετε αυτό. Γιατί, όσο
περισσότερα είναι τα παραδείγματα, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η
τιμωρία, εάν δεν τα μιμηθούμε. Είναι σπουδαιότερο να προσεύχεται
κανείς για τους εχθρούς του, παρά για τους φίλους του. Γιατί δε σας
ωφελεί τόσο το δεύτερο, όσο το πρώτο. «Γιατί, αν αγαπάτε εκείνους
που σας αγαπούν, δεν κάνετε τίποτε το σπουδαίο», λέγει ο Χριστός·
«Γιατί και οι τελώνες το ίδιο κάνουν»38. Επομένως, εάν
προσευχηθούμε για τους φίλους μας, δε γίναμε καθόλου καλύτεροι
από τους ειδωλολάτρες και από τους τελώνες. Όταν όμως
αγαπήσουμε τους εχθρούς μας, γίναμε όσο είναι ανθρώπινο δυνατό
όμοιοι με το Θεό, γιατί «Ανατέλλει τον ήλιο του σε πονηρούς και σ'
αγαθούς, και βρέχει στους δίκαιους και στους άδικους»39. Ας
γίνουμε λοιπόν όμοιοι με τον Πατέρα, γιατί λέγει, «Να γίνεστε
όμοιοι με τον Πατέρα σας που βρίσκεται στους ουρανούς», για ν'
αξιωθούμε και τη βασιλεία των ουρανών με τη χάρη και τη
φιλανθρωπία τού Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού,
στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη στους αιώνες των αιώνων.
Αμήν.

Ι.ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΕΡΓΑ 36
ΠΑΤΕΡΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
«ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ»