Πέμπτη 7 Απριλίου 2022

π. Νικόλαος Χατζηνικολάου

Ἑρμηνεία τῆς εὐχῆς τοῦ ἁγίου Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου «Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου»

πηγή: Νικολάου, μητρ. Μεσογαίας καὶ Λαυρεωτικῆς, «Ἀπὸ τὸ καθ᾿ ἡμέραν στὸ καθ᾿ ὁμοίωσιν», ἐκδ. Ἐν πλῷ, 2008

προέλευση ἀρχικοῦ μονοτονικοῦ κειμένου: http://paterikakeimena.blogspot.com


Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, φθάσαμε καὶ στὸ τέλος τῆς Τέταρτης Ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν καὶ ἤδη κρούουμε τὴ θύρα τῆς Πέμπτης, καὶ ἀκολουθεῖ ἡ Ἕκτη, ἡ λεγόμενη βουβή. Σὲ τρεῖς δηλαδὴ ἑβδομάδες ἀπὸ σήμερα, πρῶτα ὁ Θεός, θὰ γιορτάζουμε τὴ Λαμπρή, τὴ μεγάλη γιορτὴ τοῦ Πάσχα.

Καθὼς περνοῦν οἱ μέρες γρήγορα, ἡ Ἐκκλησία παρουσιάζει ὅλα αὐτὰ τὰ πνευματικὰ ἐδέσματα μπροστά μας, φροντίζοντας κάτι νὰ προσφέρει μὲ κάθε ἀφορμὴ στὴν ψυχή μας καὶ νὰ ἱκανοποιεῖ καθέναν ἀπὸ ἐμᾶς ποὺ διψάει γιὰ κάτι διαφορετικό, ποὺ εἶναι πεινασμένος καὶ λαχταράει κάτι ἀληθινό. Δὲν πρέπει μὲ κανέναν τρόπο αὐτὴ ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ στὸ πέρασμά της νὰ μᾶς ἀφήσει ἴδιους.

Κάτι πρέπει νὰ γίνει. Εἶναι ἀδικία γιὰ τὸν ἑαυτό μας νὰ περάσει καὶ αὐτὴ ἡ περίοδος ἀνεκμετάλλευτη. Διότι αὐτὸ ἐνέχει τὸν κίνδυνο νὰ ἔλθει καὶ ἄλλη Τεσσαρακοστὴ τοῦ χρόνου καὶ ἄλλη μία τὸν ἑπόμενο χρόνο καὶ μὲ κανέναν τρόπο νὰ μὴν ἀλλάζει ἡ πορεία τῆς ζωῆς μας, νὰ μὴ μεταμορφώνεται ἡ κατάσταση τῆς ψυχῆς μας.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης καὶ ἡ Κλίμακα

Τὴν Δ´ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν ἡ Ἐκκλησία μας τὴν ἀφιερώνει σὲ ἕναν ἄγνωστο ἀλλὰ πολὺ μεγάλο ἅγιο, τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν συγγραφέα τοῦ βιβλίου τῆς Κλίμακος. Ὁ ἅγιος αὐτὸς εἶναι ἄγνωστος, διότι δὲν ὑπάρχει ἄλλη πηγὴ πληροφοριῶν γιὰ τὸ περιεχόμενο τῆς ζωῆς του παρὰ μόνον ὅ,τι περιλαμβάνεται σὲ αὐτὸ τὸ θαυμάσιο βιβλίο ποὺ ἡ Ἐκκλησία τὸ ἀξιολογεῖ τόσο ψηλά, ὥστε, κατὰ τὸ Τυπικό της, νὰ ἀποτελεῖ τὴ σπονδυλικὴ στήλη τῶν πατερικῶν ἀναγνωσμάτων κάθε χρόνο κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Βρέθηκε κάποτε αὐτὸ τὸ βιβλίο μέσα στὴ βιβλιοθήκη τῆς Μονῆς τοῦ Σινᾶ καὶ ἀποκάλυψε τὸ μεγαλεῖο ἑνός, ὡς τότε, ἄγνωστου ἀλλὰ πολὺ σημαντικοῦ ἁγίου. Αὐτὸ τὸ βιβλίο ὀνομάζεται Κλίμακα, γιὰ νὰ δείχνει τὴ σταδιακή, βῆμα πρὸς βῆμα, πορεία τῆς ψυχῆς, ἀπὸ τὰ χαμηλὰ πρὸς τὰ ψηλότερα, στὸ ἐπίπεδο τῶν ἀρετῶν.

Οἱ ἀρετὲς θὰ μποροῦσαν νὰ διακρίνονται σὲ ἠθικές, σὲ πνευματικές, σὲ ἀρετὲς τῆς Θείας Χάριτος, η, ὅπως ἀποκαλοῦνται ἀπὸ τοὺς Πατέρες, σὲ μυστικὲς ἀρετές. Γιὰ ὅλες αὐτὲς τὶς ἀρετὲς ἔχει τόσα πολλὰ καὶ τόσα ὄμορφα καὶ τόσο λεπτομερεῖς, ἀνατομικές, περιγραφὲς τὸ ὑπέροχο αὐτὸ βιβλίο τῆς Κλίμακος, τὸ ὁποῖο εἶμαι βέβαιος πὼς κάποιοι ἀπὸ ἐσᾶς θὰ ἔχουν κάπως προσεγγίσει.

Πρὸ δύο περίπου ἑβδομάδων, ἐντελῶς ἀνυποψίαστος, ἦρθε νὰ ἐξομολογηθεῖ κάποιος καὶ μοῦ ἀνέφερε ὅτι διαβάζει ἕνα βιβλίο ποὺ ὀνομάζεται Κλίμακα. Περνάω, μοῦ εἶπε, ἀπὸ φοβεροὺς πειρασμοὺς καὶ δυσκολίες ἀλλὰ τί ἀπίθανο βιβλίο, τί καταπληκτικό, τί περιεκτικό, τί ἀποκαλυπτικό! Σὰν νὰ μοῦ φωτογραφίζει τὶς κρυμμένες γωνιὲς τῆς ψυχῆς. Καὶ τί παράδοξο! Τὸ πρόσωπο ποὺ μοῦ τὸ συνέστησε εἶναι βουτηγμένο σὲ ἐρεθίσματα κοσμικῆς ζωῆς. Τὸ ἐπάγγελμά του καὶ οἱ συνθῆκες τῆς ζωῆς του βρίσκονται σὲ ἐντελῶς ἀντιδιαμετρικὴ κατάσταση ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων στοὺς ὁποίους ἀπευθύνεται τὸ βιβλίο, δηλαδὴ στοὺς μοναχούς, καὶ μάλιστα ὄχι στοὺς κοινοβιάτες, ἀλλὰ σὲ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι διάγουν ἡσυχαστικὸ τρόπο ζωῆς.

Προτρέπω, λοιπόν, ὅλους σας, ἂν ἔχετε τὴ δυνατότητα, νὰ τὸ προμηθευθεῖτε, νὰ ρίξετε μία ματιά. Μπορεῖ νὰ ἐνθουσιασθεῖ ἡ ψυχή μας καὶ νὰ φιλοτιμηθεῖ στὸ νὰ κινηθεῖ ἀπὸ τὴ φευγαλέα ματιὰ στὴν προσεκτικὴ ἀνάγνωση καὶ ἀπὸ κεῖ πρὸς κατευθύνσεις πνευματικὲς πραγματικὰ ἀσύλληπτες. Μπορεῖ, βέβαια, ἂν δὲν εἴμαστε καὶ ἕτοιμοι, νὰ ἀπογοητευθοῦμε. Ἂν συνειδητοποιήσουμε τὸ μεγαλεῖο της προοπτικῆς μας καὶ πάνω σε αὐτὸ προβάλλουμε τὴν πραγματικότητα τῆς ζωῆς μας χωρὶς ταπείνωση, θὰ μᾶς κυριεύσει ἀπογοήτευση. Ποῦ θὰ ἔπρεπε νὰ ἤμασταν καὶ ποῦ βρισκόμαστε!

Πόσο ψηλά, μὲ τί ὅρους, νὰ ἐκτυλίσσεται ἡ ζωή μας καὶ τί τελικῶς ἐπιλογὲς κάνουμε σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο!

Στόχος τῆς πνευματικῆς μας πορείας εἶναι ἡ ὁμοίωσή μας μὲ τὸν Θεό, ἡ ὁποία ἐπιτυγχάνεται διὰ τοῦ ἐναρέτου βίου. Ἡ ἀρετὴ εἶναι μία γενικὴ λέξη, ποὺ ἀναλύεται ὅμως σὲ ἐπὶ μέρους ἀρετές. Δὲν ἔχει νὰ κάνει τόσο μὲ τὰ βιώματα, τὶς ἐμπειρίες, ἀλλὰ μὲ κάτι κάπως πιὸ πρακτικό, κάπως πιὸ καθημερινό, ποὺ ἀποτελεῖ τὸν καρπὸ τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ἡ πνευματική μας ζωὴ μπορεῖ νὰ ἔχει τὰ στοιχεῖα τῆς ἐξωτερικῆς λατρείας, μπορεῖ νὰ διακατέχεται ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ πνευματικοῦ λόγου, μπορεῖ νὰ διαβάζουμε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, νὰ μιλᾶμε γιὰ τὰ πνευματικά, νὰ ἔχουμε συνήθειες πνευματικὲς καὶ γνώσεις θεολογικές, ἀλλά, ἂν τὰ χέρια μας δὲν εἶναι γεμάτα ἀπὸ καρπούς, ἂν ἡ ζωή μας δὲν εἶναι στολισμένη μὲ συγκεκριμένες ἀρετές, τότε μᾶλλον ζημιὰ κάνει ἡ μαρτυρία μας καὶ μᾶλλον καταστροφὴ συμβαίνει στὴν ψυχή μας. Εἶναι ἀνάγκη, λοιπόν, νὰ ὑπάρχουν τὰ σκαλοπάτια τῶν συγκεκριμένων ἀρετῶν, ποὺ ὁδηγοῦν τὴν ψυχή μας ἀπὸ τὸ ἐπίγειο φρόνημα στὶς οὐράνιες καταστάσεις γιὰ τὶς ὁποῖες διαρκῶς μᾶς μιλάει ἡ Ἐκκλησία μὲ τόση πίστη, μὲ τόση ἀγάπη, μὲ τόση διάθεση νὰ μᾶς κάνει μετόχους αὐτῶν τῶν μεγάλων εὐλογιῶν.

Ἀπὸ ποῦ λοιπὸν νὰ μποῦμε σὲ αὐτὸ τὸ στάδιο τῶν ἀρετῶν, ἀπὸ ποιὰ πόρτα νὰ εἰσέλθουμε σὲ αὐτὸν τὸν χῶρο τοῦ πρακτικοῦ βίου, ἀπὸ ποῦ νὰ ἀρχίσουμε τὴν ἄνοδο, νὰ ἀκολουθήσουμε τὰ σκαλοπάτια ποὺ θὰ μᾶς φθάσουν στὴν κορυφή; Τί νὰ χρησιμοποιήσουμε ὡς ἀφορμή;

Ὑπάρχει μία προσευχή, ποὺ εἶμαι βέβαιος πὼς οἱ περισσότεροι ἀπὸ μᾶς τὴ γνωρίζουν. Εἶναι μία προσευχὴ ποὺ προσδιορίζει τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, τὴ λέμε μόνο σὲ αὐτὴν τὴν περίοδο. Μία προσευχὴ μετανοίας, ποὺ ἀνοίγει τοὺς ὁρίζοντές μας. Μία προσευχὴ ἡ ὁποία ὑπάρχει σὲ ὅλες ἀνεξαιρέτως τὶς ἀκολουθίες. Μάλιστα, σὲ μερικὲς ἐμφανίζεται καὶ δύο φορές. μία προσευχὴ ποὺ μόλις πρὸ ὀλίγου ἀπαγγείλαμε. Μία πολὺ παλιὰ προσευχή, ἡ ὁποία ὅμως πολὺ βαθειὰ περιγράφει τὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ καὶ τὸν ἀγώνα της, τὸ μυστήριο καὶ τὴν προοπτική της. Εἶναι ἡ προσευχὴ τοῦ ὁσίου Ἐφραίμ.

Θὰ τὴν πῶ:

«Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας καὶ ἀργολογίας μή μοι δῶς.

Πνεῦμα δὲ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καὶ ἀγάπης, χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ.

Ναί, Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα, καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου, ὅτι εὐλογητὸς εἶ, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

Τόσο μικρὴ ἀλλὰ τόσο περιεκτική! Μάλιστα, κατὰ τὸ τυπικὸ τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἀπαγγέλλεται ἁπλὰ ἀλλὰ συνοδεύεται ἀπὸ κινήσεις μετανοίας. Στὰ μοναστήρια, ἂν τυχὸν ἔχετε πάει, τηρεῖται ἐπακριβῶς τὸ τυπικὸ αὐτό, ὅπως ἀναγράφεται στὶς φυλλάδες καὶ στὸ Ὡρολόγιο. Λέγει ἐκεῖ ὅτι ποιοῦμε τρεῖς μετανοίας μετὰ ἀπὸ τὸν κάθε στίχο καὶ μετὰ κάνουμε δώδεκα μικρὲς καὶ ἐπαναλαμβάνουμε τὸ τελευταῖο κομμάτι καὶ μετὰ ἄλλη μία μεγάλη.

Δηλαδή, «Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου...» -τελειώνουμε τὸ πρῶτο κομμάτι- καὶ κάνουμε μία στρωτὴ ἐδαφιαία μετάνοια, ἀπὸ αὐτὲς τὶς μεγάλες, τὶς βαθιές. Συνεχίζουμε: «Πνεῦμα δὲ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καὶ ἀγάπης...»· δεύτερη μετάνοια. «Δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμᾶ πταίσματα...»· τρίτη μετάνοια. Καὶ μετὰ σιωπηρῶς λέγοντας τὸ «Κύριε ἐλέησον» ἢ τὸ «Ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» κάνουμε δώδεκα σταυρωτὲς μικρὲς μετάνοιες. Αὐτὸ στὰ μοναστήρια. Καὶ ἐπαναλαμβάνουμε τὸ «Ναί, Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαι μοὶ τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα» καὶ κάνουμε ἄλλη μία μεγάλη μετάνοια. Ὅλα αὐτά, ὥστε νὰ τὴν καταλάβει τὴν προσευχὴ ὄχι μόνον ἡ σκέψη μας, ὄχι μόνον ἡ ψυχή μας, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ τὸ σῶμα μας. Νὰ τὴν καταλάβει ὁλόκληρος ὁ ἑαυτός μας. Εἶναι σημαντικὴ προσευχή. Εἶναι πόρτα καὶ ὁδὸς καὶ τέρμα γιὰ ὅποιον ἔχει πνευματικὴ εὐστροφία νὰ ἀξιοποιήσει τὸ περιεχόμενό της καὶ νὰ φιλοτιμηθεῖ στὴ ζωή του.

Ἂς κάνουμε, λοιπόν, μία σύντομη ἑρμηνεία καὶ ἀνάλυση αὐτῆς τῆς προσευχῆς, νὰ καταλήξουμε σὲ τέσσερις παρατηρήσεις ποὺ δὲν εἶναι τόσο ἐμφανεῖς, νὰ κρατήσει ὁ καθένας τὸ μήνυμά του καὶ ἔτσι νὰ τὸ πάρει συνοδὸ κατὰ τὴν ἀποψινὴ βραδιὰ στὸ σπίτι του.

Ὁ χορηγός, ὁ ὁδηγός, ὁ ὑπερασπιστής, ὁ Κύριος

«Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου...»· ἔτσι προσφωνοῦμε τὸν Θεό. Κύριε, Σὺ ποὺ εἶσαι ὁ κυρίαρχος, ὁ ὁποῖος κυβερνᾶς καὶ δεσπόζεις στὴ ζωή μου. Ἡ ἔκφραση αὐτὴ εἶναι παρμένη ἀπὸ τὸ βιβλίο Σοφία Σειράχ, στὸ ὁποῖο ἐπίσης ὑπάρχει καὶ ἄλλη μία σχετικὴ ἀναφορά: «Κύριε καὶ Θεὲ τῆς ζωῆς μου». Ὁ Κύριος εἶναι ὁ χορηγὸς τῆς ζωῆς, αὐτὸς ποὺ δίνει τὴ ζωή. Ὁ Κύριος εἶναι ὁ ὁδηγὸς τῆς ζωῆς, αὐτὸς ποὺ κατευθύνει τὴ ζωή. Ὁ Κύριος εἶναι ὁ ὑπερασπιστὴς τῆς ζωῆς, ὅπως λέγει ὁ ψαλμωδός (Ψαλμ. 26,1). Ὁ Κύριος εἶναι αὐτὸς στὸν ὁποῖο ἀνήκει ἡ ζωή μας.

Ξεκινοῦμε τὴν προσευχὴ μᾶς ὁμολογώντας μὲ ὅλα τὰ κύτταρα τῆς ὑποστάσεώς μας ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ὁ Κύριος της ψυχῆς μας. Σὰν νὰ λέμε ὅτι ἐγὼ δὲν θέλω νὰ κυβερνῶ τὴν ψυχή μου. Θέλω ὅλες τὶς λεπτομέρειες νὰ τὶς ρυθμίζει ὁ Θεός, ὅλες της τὶς γωνιὲς Αὐτὸς νὰ τὶς φωτίζει. Παντοῦ Αὐτὸς νὰ ἔχει τὸ δικαίωμά Του καὶ σὲ κάθε σημεῖο της νὰ ἐπαληθεύεται ἡ δική Του παρουσία. «Ἐν ταῖς χερσί σου οἱ κλῆροι μου» λέγει κάπου ἀλλοῦ ὁ ψαλμωδός (Ψαλμ. 30,16)· ὅτι στὰ χέρια Σου βρίσκονται οἱ τύχες τῆς ζωῆς μου. Ὅλη μας ἡ ζωή, ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ μέχρι καὶ τὸ τέλος της, τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα συμβαίνουν ἐνδιαμέσως, οἱ γνωριμίες ποὺ κάνουμε, οἱ ἀφορμὲς τῆς σωτηρίας ποὺ ἔχουμε, οἱ πειρασμοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους περνᾶμε, ὅλα εἶναι στοιχεῖα τὰ ὁποῖα βρίσκονται κάτω ἀπὸ τὸ βλέμμα τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ ὁποῖα μποροῦμε ἐμεῖς νὰ τὰ ἀναθέσουμε σὲ Ἐκεῖνον, ὥστε Αὐτὸς νὰ φροντίσει τὸ πῶς θὰ τὰ ἀντιμετωπίσουμε, ἢ θὰ τὰ διαχειρισθοῦμε μὲ τὸν καλύτερο τρόπο.

Ξεκινοῦμε, λοιπόν, τὴν προσευχή μας μὲ αὐτὴν τὴν ὁμολογία, ὅτι ἡ ζωή μας πρῶτον δὲν μᾶς ἀνήκει -φοβερὸ πράγμα· γιὰ σκεφτεῖτε το!- καὶ δεύτερον ὅτι ἀνήκει στὸ σύνολό της, σὲ κάθε λεπτομέρειά της, σὲ κάθε φάση της καὶ ἐξ ὁλοκλήρου στὸν Θεό. Γιὰ φαντασθεῖτε τὸν ἑαυτό σας καὶ τὴ ζωή σας νὰ οἰκοδομεῖται πάνω σὲ αὐτὴν τὴν πραγματικότητα, ὅτι ἡ ζωή μου εἶναι ἕνα δῶρο σὲ ἐμένα, τὸ ὁποῖο τὸ ἐπιστρέφω αὐτοβούλως καὶ αὐτεξουσίως στὸν Δωρητή μου, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός. Καὶ Αὐτὸς τὴν κυβερνᾶ! Πέφτω τὰ βράδια καὶ κοιμᾶμαι. Δὲν μὲ νοιάζει τίποτα. Δὲν φοβοῦμαι οὔτε τὶς δοκιμασίες μου, οὔτε τοὺς πειρασμούς μου, οὔτε τὸ τέλος μου, οὔτε τὸ τέλος τῶν ἀγαπημένων προσώπων μου, διότι ἡ ζωή τους εἶναι καὶ ζωή μου καὶ ἡ ζωὴ ὅλων μας ἀνήκει στὸν Θεό. Ἔτσι ξεκινοῦμε. Μὲ αὐτὸ τὸ ἄνοιγμα, μὲ αὐτὸ τὸ δόσιμο, μὲ αὐτὴν τὴν ἐλευθερία. «Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου».

Ἡ ἀργία

Τέσσερα πράγματα νὰ μὴν ἐπιτρέψεις νὰ συμβοῦν μέσα μου. «Πνεῦμα ἀργίας, περιεργίας, φιλαρχίας καὶ ἀργολογίας». Μὴν ἐπιτρέψεις νὰ ὑπάρξει μέσα μου μία κατάσταση ἀργίας, τεμπελιᾶς, ραθυμίας, ἀκηδίας, ἀδιαφορίας, ἀνορεξίας. Αὐτὸ θὰ πεῖ ἀργία. Νὰ εἶμαι ἀργός, βραδύς, χωρὶς ἐσωτερικοὺς παλμούς, χωρὶς δυναμικὸ μέσα στὴν ψυχή μου. Ἕνας μουδιασμένος, μαραμένος, χωρὶς ἐνδιαφέρον γιὰ πνευματικά. Φοβερὴ ἀρρώστια, ἰδίως τῆς ἐποχῆς μας. Πολλὲς φορὲς βλέπουμε νέα παιδιὰ ἀνόρεκτα, μᾶλλον κουρασμένα -νὰ τὴν πῶ τὴν λέξη - βαριεστημένα, χωρὶς διάθεση, χωρὶς χυμούς, χωρὶς ἐνθουσιασμό. Δὲν μποροῦμε ἔτσι νὰ προχωρήσουμε. Λέει στὸ σοφὸ βιβλίο τῆς Κλίμακος ὅτι ἡ ἀργία εἶναι περιεκτικὸν τοῦ θανάτου στοιχεῖον, εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο θυμίζει τὸν θάνατο στὸν ἄνθρωπο. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσει στὴ ζωὴ ἕνας ὁ ὁποῖος διακρίνεται ἀπὸ τεμπελιά; Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ ἀκηδία, αὐτὴ ἡ περὶ τὰ πνευματικὰ ἀδιαφορία, θεωρεῖται ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ ἑπτὰ θανάσιμα, ὀλέθρια γιὰ τὴν ψυχή μας, ἁμαρτήματα. Τὶς τελευταῖες ἡμέρες ἦλθε κάποιο παιδὶ ποὺ μὲ πλησίασε, γιὰ νὰ δοῦμε τί θὰ κάνουμε μὲ τὴ Θεία Κοινωνία καὶ μὲ τὴν ἐξομολόγηση.

- Τί κάνεις γιὰ τὸν Θεό, παιδί μου; ρώτησα.

- Δὲν ἔχω ὄρεξη γιὰ τίποτα, μοῦ ἀπαντᾶ. Δὲν μπορῶ.

-Λίγη προσευχὴ δὲν κάνεις; προχώρησα.

- Τίποτα. Ἕνα σταυρό, καὶ πέφτω στὸ κρεβάτι.

- Γιατί; Ποιὸς ὁ λόγος; Τί σὲ ἐμποδίζει; Τί σὲ πιέζει καὶ γίνεσαι τσιγγούνης στὸν Θεό;

-Νιώθω κουρασμένος, πάτερ.

-Τὸ πρωὶ ποὺ εἶσαι ξεκούραστος;

-Δὲν μπορῶ, βιάζομαι. Σηκώνομαι, ἀλλὰ τὸ ἀναβάλλω. Λέω ἀπὸ αὔριο. Δὲν ἔχω διάθεση. Δὲν ξέρω τί μοῦ φταίει.

Αὐτὸ εἶναι ἡ ἀκηδία. Αὐτὸ εἶναι ἡ ἀργία. Αὐτὸ θέλει βία καὶ πίεση γιὰ νὰ καταπολεμηθεῖ. «Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτὴν» (Ματθ. 11,12).

Αὐτοὶ ποὺ ξέρουν νὰ ζορίζονται, νὰ ἀσκοῦνται, νὰ ἐπιμένουν, νὰ ἀγωνίζονται, αὐτοὶ ἁρπάζουν τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Αὐτοὶ ποὺ ἀργοῦν, ποὺ τεμπελιάζουν, ποὺ δὲν μποροῦν, ποὺ παραδίδονται ἔτσι στὸν χαλαρὸ ἑαυτὸ τοὺς αὐτοὶ μένουν δίχως γεύσεις, δίχως καρπούς. Αὐτὸ μὲ δύο λέξεις σημαίνει, χωρὶς ἀγώνα, χωρὶς ἄσκηση, τὰ πράγματα δὲν θὰ μπορέσουν νὰ πάρουν τὴν καλὴ πορεία γιὰ τὴν ψυχή μας. Νά γιατὶ ξεκινοῦμε τὴ σαρακοστιανὴ προσευχή μας ζητώντας νὰ μὴν ἐπιτρέψει ὁ Θεὸς τὴν ἀργία καὶ τὴν ἀκηδία καὶ τὴ ραθυμία στὴν ψυχή μας.

Ἡ περιέργεια

«Πνεῦμα», ἐπίσης, «περιεργίας». Ἐὰν ἡ ἀργία εἶναι τὸ νὰ χαθεῖ κάνεις μέσα στὸ τίποτα, ἡ περιέργεια εἶναι τὸ ἐντελῶς ἀντίθετο: νὰ σκορπίζεται μέσα στὸ παντοῦ, νὰ χώνεται παντοῦ καὶ πάντα. Νὰ θέλει νὰ τὰ μάθει κανεὶς ὅλα. Λέει ἕνας ἀπὸ τοὺς Πατέρες: «μισῶ τὸ χαμερπὲς πάθος τῆς περιεργίας». Αὐτὸ τὸ πάθος τῆς περιεργίας ποὺ μὲ κάνει νὰ σέρνομαι χαμηλά. Αὐτὸ θὰ πεῖ χαμερπές· σημαίνει νὰ ἕρπω χάμω. Αὐτὸ τὸ πάθος ἐνδημεῖ μεταξὺ τῶν χριστιανῶν. Διαβάζουμε πιὸ εὔκολα ἕνα κουτσομπολίστικο θρησκευτικὸ περιοδικὸ παρὰ τὴν Κλίμακα. Παρακολουθοῦμε πιὸ εὔκολα μία σκανδαλιστικὴ ἐκπομπὴ στὴν τηλεόραση παρὰ συμμετέχουμε σὲ μία ἀγρυπνία. Αὐτὴ εἶναι ἡ περιέργεια· νὰ ξέρεις, νὰ ψάχνεις τὴ ζωὴ τοῦ διπλανοῦ σου. Σὰν νὰ τὸν βλέπεις μὲ τὶς πιτζάμες τῆς ὑποστάσεώς του. Νὰ ἀνακαλύπτεις τὰ μυστικά του, χωρὶς κανέναν λόγο. Νὰ ἀφήνεις στὴν ἄκρη τὸν θησαυρὸ καὶ νὰ μπερδεύεσαι μὲ τὰ σκουπίδια.

Αὐτὸ δημιουργεῖ ἕναν σκορπισμό, μία διάχυση καὶ ἔτσι δὲν συγκροτεῖται ἡ ψυχή. Ζητοῦμε, λοιπόν, αὐτὸ τὸ πάθος, τὸ ὁποῖο, πάλι κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, ἀποψύχει τὴ θερμότητα τῆς ψυχῆς, δηλαδὴ ρίχνει τὴ θερμοκρασία της καὶ δὲν μπορεῖ νὰ θερμανθεῖ, ὥστε νὰ λειτουργήσει μὲ ἐνθουσιασμὸ καὶ βάθος, νὰ μὴν ἐπιτρέψει ὁ Θεὸς νὰ φωλιάσει μέσα μας.

Ἡ φιλαρχία

Τρίτο πάθος ἡ «φιλαρχία», ἡ φιλοπρωτία. Τὴν ἐρχόμενη Κυριακὴ θὰ τὸ ἀκούσουμε στὸ Εὐαγγέλιο. Κοινὴ ἀρρώστια. Ὅλοι τὴν ἔχουμε μέσα μας. Θέλουμε νὰ εἴμαστε οἱ πρῶτοι. Θέλουμε νὰ εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ἀποδέκτες, ὄχι ἁπλῶς τιμῶν, ἀλλὰ τῶν καλυτέρων τιμῶν. Στὴ σύγκριση νὰ εἴμαστε ἐμεῖς ἀπὸ τὸν δεύτερο πιὸ μπροστὰ καὶ μάλιστα μὲ σαφήνεια. Αὐτὸ τὸ πρόβλημα τὸ ἔχουμε καὶ μέσα στὴν Ἐκκλησία. Τόσο συχνὰ τσακωνόμαστε ποιὸς θὰ εἶναι πρῶτος. Μὰ τί σημασία ἔχει αὐτό; Μπορεῖ νὰ εἶσαι ἱερέας καὶ νὰ ἐπιδιώκεις ἐσὺ νὰ διαβάσεις τὸ πρῶτο Εὐαγγέλιο τῆς Μεγάλης Πέμπτης καὶ ὄχι ὁ συνεφημέριός σου. Μπορεῖ νὰ εἶσαι ψάλτης καὶ νὰ διεκδικεῖς ἐσὺ νὰ ψάλεις τὰ καλὰ κομμάτια καὶ ὄχι ὁ ἄλλος, ποὺ μπορεῖ καὶ νὰ ἔχει καλύτερη φωνὴ ἢ περισσότερες γνώσεις ψαλτικῆς. Πῶς μᾶς κυβερνάει ὁ διάβολος! Μὲ ἀνόητα πράγματα!

Βλέπετε καὶ τοὺς Μαθητές, ἐνῶ ὁ Κύριος τους ἀναγγέλλει περὶ τοῦ πάθους Του, τὴν ἴδια ὥρα, ἀρχίζουν οἱ δύο, ὁ Ἰωάννης καὶ ὁ Ἰάκωβος, νὰ ζητοῦν πρωτοκαθεδρίες στὴ Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ. Προσέξτε το τὴν ἄλλη Κυριακὴ στὸ Εὐαγγέλιο. Καὶ τὸ φοβερὸ ποιὸ εἶναι; Ὅτι δὲν ἔμειναν μόνοι αὐτοὶ οἱ δύο νὰ διεκδικοῦν τὰ πρωτεῖα, ἀλλὰ ἐνοχλήθηκαν καὶ οἱ ὑπόλοιποι καὶ στράφηκαν ἐναντίον τους. Προφανῶς γιατὶ καὶ αὐτοὶ ἤθελαν ἀπὸ μέσα τους νὰ εἶναι πρῶτοι. Οἱ ἥρωες αὐτοὶ τῆς πίστεως, αὐτοὶ ποὺ διώχθηκαν καὶ μετὰ μαρτύρησαν, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἀρνήθηκαν, οἱ ἴδιοι ἐγκατέλειψαν, οἱ ἴδιοι τσακώθηκαν λίγο πρὸ τοῦ πάθους ποιὸς θὰ εἶναι πρῶτος. Ὁ Κύριος ὅμως τοὺς δίνει τὸ μάθημα τὴ νύχτα τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου λέγοντας ὅτι πρῶτος πρέπει νὰ εἶναι αὐτὸς ποὺ ἐπιλέγει μετὰ ἐσωτερικῆς ἐλευθερίας καὶ ἀνέσεως τὴ θέση τοῦ τελευταίου. Τί ὡραῖο πράγμα! Νὰ μπεῖς σὲ ἕναν χῶρο ποὺ θὰ διαδραματιστεῖ μία ἐκπληκτικὴ σκηνή, ὅπου ἀπὸ μέσα σου νὰ θέλεις νὰ βλέπεις καὶ νὰ ἀκοῦς. Καὶ ἐκεῖ νὰ σοῦ προτείνουν νὰ διαλέξεις ὅποια θέση θέλεις, ἀκόμη καὶ τὴν καλύτερη. Κι ἐσὺ νὰ ἐπιλέγεις εὔκολα τὴν τελευταία. Νὰ εἶσαι μέσα ἀλλὰ κρυμμένος στὴν ἄκρη. Καὶ αὐτὸ γιὰ νὰ μποῦν οἱ ἄλλοι πρὶν ἀπὸ ἐσένα, γιὰ νὰ ἀπολαύσουν αὐτοὶ πιὸ πολὺ ἀπὸ ὅσο ἐσύ. Γιὰ νὰ εἶναι μεγαλύτερη χαρά σου ἀπὸ τὴν ἀπόλαυση τῆς παραστάσεως ἡ χαρά τους.

«Τὴ τιμὴ ἀλλήλους προηγούμενοι» (Ρωμ. 12,10), λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ὄχι φιλοπρωτία, ὄχι πρωτοκαθεδρία. Ὄχι αὐτὸ τὸ φίλαρχο φρόνημα, νὰ εἶμαι ὁ πρῶτος, ἀλλὰ νὰ θέλω νὰ τιμήσω τὸν ἄλλο, νὰ θέλω νὰ τιμηθεῖ ὁ ἄλλος. Νὰ τοῦ ἐκχωρήσω τὰ δικαιώματα, νὰ εἶμαι ὁ διακονῶν, νὰ εἶμαι ὁ εὐτυχισμένος ἔσχατος, ὁ εὐλογημένος οὐραγός, ἀναπαυμένος στὴ θέση μου, στὴν ἄκρη τῆς οὐρᾶς. Αὐτὸς ὅμως ποὺ θὰ εἶναι μέσα στὴν ἀγκαλιά, ὅπου ὅλοι οἱ ἄλλοι θὰ εἶναι καλύτεροί μου. Τί ὡραῖο πράγμα! Νὰ χαίρομαι τὴν εὐλογία τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀρετῶν τῶν ἀδελφῶν. «Πνεῦμα», λοιπόν, «φιλαρχίας»,νὰ θέλω νὰ ὑπερέχω ἐγώ, καὶ φιλοπρωτίας,«μή μοι δῶς».

Ἡ ἀργολογία

«Πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας» καὶ τέταρτον «ἀργολογίας». Τί θὰ πεῖ ἀργολογία; Κουτσομπολιό. Ἀχρηστολογία. Ὑπάρχει κάτι ποῦ λέγεται περιαυτολογία· νὰ μιλᾶς γιὰ τὸν ἑαυτό σου. Κακὸ πράγμα! Ὑπάρχει κάτι ἄλλο ποὺ λέγεται καυχησιολογία· νὰ ἀρχίσεις νὰ καυχᾶσαι γιὰ τὸν ἑαυτό σου. Ἄλλη ἀρρώστια! Ὑπάρχει ἄλλο ἕνα πάθος ποὺ λέγεται πολυλογία· νὰ μιλᾶς ἀκατάσχετα καὶ ὁ ἄλλος νὰ μὴν μπορεῖ νὰ πάρει σειρὰ νὰ πεῖ κάτι. Καὶ ὑπάρχει καὶ αὐτὸ ποὺ λέγεται ἀργολογία, τὸ ὁποῖο σημαίνει νὰ λὲς ἀνοησίες ἢ ἄχρηστα πράγματα. Λόγια ποὺ δὲν χρειάζονται, ποὺ δὲν προσφέρουν τίποτα. Συχνὰ ὁμολογοῦμε ὅτι «πῆγα καὶ σκότωσα τὴν ὥρα μου. Εἴπαμε καὶ κανένα χαζό». Ὄχι τέτοιο πράγμα. Ἀπὸ τὸ στόμα μας «λόγος ἀργός», δηλαδὴ μὴ ζωντανός, μὴ οὐσιαστικὸς «μὴ ἐκπορευέσθω» (Ἐφεσ. 4,29), νὰ μὴν βγαίνει, μᾶς προτρέπει ἡ Ἐκκλησία μας καὶ οἱ ἅγιοί μας. Γιὰ φαντασθεῖτε πάλι τὴ ζωή μας νὰ οἰκοδομεῖται πάνω σε περιεκτικούς, οὐσιαστικοὺς λόγους. Νὰ μὴν ἔχει, λοιπόν, οὔτε τὸ ἀγκάθι τοῦ ἄχρηστου, ἀνόητου λόγου, οὔτε τοῦ περίεργου λόγου, οὔτε τοῦ κατακριτικοῦ λόγου, οὔτε τοῦ ὑπεροχικοῦ λόγου, ἀλλὰ νὰ εἶναι στόμα καθαρό, λόγος παστρικός, πεντακάθαρος. «Εἴ τις ἐν λόγῳ οὐ πταίει, οὗτος τέλειος ἀνήρ», λέει στὴν ἐπιστολὴ τοῦ Ἰακώβου (Ἰακ. 3,1). Αὐτὸς ποὺ ἔχει καθαρὸ στόμα καὶ δὲν φταίει μὲ τὸ στόμα του αὐτὸς ἐγγίζει πλέον τὴν κατάσταση τῆς τελειότητος.

Καθώς, λοιπόν, ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μὴν ἐπιτρέψει στὴν ψυχή μας τὴν παρουσία αὐτῶν τῶν τεσσάρων ἀδυναμιῶν, στὴν οὐσία, μὲ τὴν προσευχὴ αὐτή, ζητοῦμε τὴν ὑποκατάστασή τους ἀπὸ τέσσερις ἀρετές: ἀντὶ τῆς ἀργίας, τὸ φιλότιμο καὶ τὸν ἅγιο ζῆλο. Στὴ θέση τῆς περιέργειας, τὸ ἀπερίεργον, τὸ ἀπερίσπαστον καὶ τὴ σύνεση. Ἀντὶ τῆς φιλαρχίας, τὴν ὑποχωρητικότητα καὶ τὴν εὐγενῆ συστολὴ . Καί, τέλος, ἀντὶ τῆς ἀργολογίας, τὴ σιωπὴ καὶ τὸν «ἅλατι ἠρτυμένον λόγον» (Κολ. 4,6).

Ὁ ὅσιος, ὅμως, Ἐφραὶμ στὴν περίφημη προσευχή του δὲν ζητάει μόνον τὴν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὰ τέσσερα μεγάλα πάθη ποὺ προαναφέραμε, ἀλλὰ ζητάει ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ τὸ δῶρο τεσσάρων μεγάλων ἀρετῶν: «Πνεῦμα σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καὶ ἀγάπης». Τέσσερις ἐκπληκτικὲς ἀρετές!

 Ἡ Σωφροσύνη

Πρώτη ἀρετή, ἡ σωφροσύνη. Σωφροσύνη βγαίνει ἀπὸ τὶς λέξεις σῶος καὶ φρὴν-φρενός, καὶ σημαίνει ἔχω σώας τὰς φρένας, ἀκέραιο τὸν νοῦ μου. Σωφροσύνη μὲ τὴν εἰδικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου σημαίνει ἐγκράτεια, ἁγνότητα, καθαρότητα στὸ σῶμα καὶ στὴν ψυχή. Μὲ τὴν εὐρύτερη ὅμως ἔννοια σωφροσύνη σημαίνει γενικευμένη ἀκεραιότητα. Τὸ νὰ μὴν ἔχει κανεὶς στὸ μυαλό του τὴν ἀρρώστια τῶν μειονεκτικῶν λογισμῶν, τῶν νοσηρῶν σκέψεων.

Στὴν ἀντίθετη περίπτωση, ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει σώας τὰ φρένας του. Νομίζει ὅτι ὅλοι τὸν κυνηγοῦν, ὅτι ὅλοι τοῦ δημιουργοῦν προβλήματα, ὅτι ὅλοι ἔχουν παράπονα. Καὶ δὲν ἔχει κανένας. Δὲν ἀσχολοῦνται μαζί του. Δὲν ἔχει σώας τὰ φρένας, λένε. Τὰ ἔχασε. Εἶναι διαταραγμένη ἡ ἰσορροπία τῆς σκέψης του. Σωφροσύνη, λοιπόν, σημαίνει καθαρότητα καὶ ἀκεραιότητα. νὰ εἶναι κανεὶς ἰσορροπημένος πνευματικά, νὰ μπορεῖ ὁ λογισμός του νὰ λειτουργεῖ μὲ σαφήνεια, χωρὶς ἀρρώστιες ψυχολογικοῦ τύπου, μειονεξία ἢ καχυποψία ἢ κυκλοθυμία κ.ο.κ.

Ἡ πρώτη, λοιπόν, ἀρετὴ εἶναι ἡ καθαρότητα, ἡ καθαρότητα τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς. Ἡ ἐποχὴ ποὺ ζοῦμε εἶναι ἡ ἐποχὴ ποὺ μολύνει αὐτὴν τὴν καθαρότητα τῆς ψυχῆς. Εὔκολα τὸ μάτι μας ἀρχίζει νὰ κλέβεται ἀπὸ ψευτοέρωτες -«ἐκ τοῦ ὁρᾶν τίκτεται τὸ ἐρᾶν»- καὶ τὸ σῶμα μας νὰ ἑλκύεται ἀπὸ λάθος ἱκανοποιήσεις καὶ κάνουμε τὶς ὀλέθριες ὑποχωρήσεις, ποὺ τὶς σκεπάζει μετὰ ὁ συμβιβασμὸς μίας δύσκολης ἐποχῆς, ἡ ὁποία ὅλα ξέρει νὰ τὰ δικαιολογεῖ. Χριστιανὸς ὅμως σημαίνει πεντακάθαρη κατάσταση. Ὅπως λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος γιὰ τοὺς Ἱερεῖς, καὶ γιατί ὄχι γιὰ κάθε χριστιανό, πρέπει νὰ εἶναι καθαρότερος ἀπὸ τὶς ἀκτίνες τοῦ ἡλίου. Ὄχι τὸ μυαλὸ συνέχεια στὸ πονηρό, στὸ σαρκικό, στὸ ρυπαρό, ἀλλὰ νὰ ἀναπαύεται ἡ σκέψη καὶ ἡ διάθεση σὲ ὅ,τι εἶναι καθαρό, διότι μόνον ἡ καθαρότητα τῆς ψυχῆς ἐγγυᾶται τὴ θέα τοῦ Θεοῦ: «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί, τὸν Θεὸν ὄψονται» (Ματθ. 5,8).

Ἡ πρώτη, λοιπόν, ἀρετὴ ποὺ προσευχόμαστε καὶ ζητοῦμε ὡς δῶρο ἀπὸ τὸν Θεὸ εἶναι ἡ σωφροσύνη, αὐτὴ ἡ ἀκεραιότητα ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ μὴν εἶναι σὰν ραγισμένο βάζο, οὔτε σὰν λεκιασμένο σεντόνι, ἀλλὰ σὰν σῶμα χωρὶς οὐλή, σὰν κρύσταλλο χωρὶς σημάδι, σὰν κάτι ποὺ δὲν ἔχει ποτὲ συγκολληθεῖ, ἀλλὰ διατηρεῖ τὴν ἀρχική του ἀκεραιότητα. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη ἀρετή.

Ἡ ταπεινοφροσύνη

Δεύτερη ἀρετή, ἡ ταπεινοφροσύνη. Τί ὡραία, τί μεγάλη ἀρετή! Ἀκούσαμε στὴν Ἐκκλησία μας, στὴν ἀρχὴ τοῦ Τριῳδίου, τὴν παραβολὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου καὶ ἐκεῖ ἔλεγε ὁ εὐαγγελιστὴς ὅτι «ὁ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται» (Λουκ. 18,14). Ἐπίσης, ὁ πρῶτος μακαρισμὸς ἀφιερώνεται στοὺς ταπεινούς: «Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 5,3). Πτωχὸς τῷ πνεύματι εἶναι αὐτὸς ποὺ εἶναι ταπεινός, αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει σὲ καμία ἰδιαίτερη ὑπόληψη τὸν ἑαυτό του. Λέγουν κάποιοι -χωρὶς κατ᾿ ἀνάγκην αὐτὸ νὰ εἶναι σωστὸ - ὅτι ἡ λέξη ταπεινὸς προέρχεται ἀπὸ τὸν τάπητα, τὸ χαλί. Ταπεινὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ δέχεται νὰ τὸν πατᾶς χωρὶς νὰ διαμαρτύρεται. Καὶ καμιὰ φορὰ εἶναι μερικὰ χαλιὰ ποὺ τὰ πατᾶς καὶ ζωντανεύουν πιὸ πολύ. Ἔτσι εἶναι ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος. Ὁ ταπεινὸς εἶναι εἰκόνα τῆς Θεοτόκου· παραδίδεται στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ ὑποδέχεται τὴ μεταμορφωτικὴ χάρι Τοῦ μέσα στὴν ψυχή του.

Ἡ ὑπομονή

Ἂς πλησιάσουμε τὴν τρίτη ἀρετή. «Πνεῦμα ὑπομονῆς». «Ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθαι τὰς ψυχὰς ὑμῶν» (Λουκ. 21,19), λέγει ὁ Κύριος στοὺς μαθητές Του. Ἄλλη μία ἀρετὴ ποὺ τόσο χρειάζεται, ἀλλὰ τόσο τὴν ἀγνοεῖ ἡ ἐποχή μας. Στὶς μέρες μας δὲν κάνουμε ὑπομονή.

Θέλουμε τὸν Θεὸ νὰ ἀπαντήσει ἐδῶ καὶ τώρα. Καὶ Αὐτὸς δὲν ἀπαντᾶ. Ἔχει τοὺς λόγους Του. Αὐτὸ ποὺ χρειάζεται εἶναι νὰ κάνουμε ὑπομονή, γιὰ νὰ ἔλθει ἡ ὥρα τοῦ Θεοῦ στὴν ψυχή μας· ὄχι ὁ χρόνος τῆς δικῆς μας ἐπιλογῆς.

Ἄλλοτε πάλι παίρνουμε μία ἀπόφαση καὶ θέλουμε ἐδῶ καὶ τώρα νὰ καταφέρουμε τὸν στόχο μας. Χρειάζεται ἡ ὑπομονὴ τοῦ ἑαυτοῦ μας, νὰ ὑπομείνουμε τὸν ἑαυτό μας. Νὰ τὸν περιμένουμε, νὰ ἔλθει καὶ ἐκείνου ἡ ὥρα.

Τρίτη περίπτωση, ἡ ὑπομονὴ τοῦ ἀδελφοῦ μας, τοῦ διπλανοῦ μας. Ἔχουμε τὸ παιδί μας. Παίρνει ἕναν ἄλλο δρόμο, κάνει ἄλλες ἐπιλογὲς στὴ ζωή του ἀπὸ αὐτὲς ποὺ ἐμεῖς θὰ θέλαμε. Τρέμει τὸ φυλλοκάρδι μας. Τὸ καλοῦμε, τοῦ κάνουμε μία ἐπίθεση ἐλέγχου, δίνουμε καὶ μερικὲς συμβουλὲς καὶ ἀπαιτοῦμε νὰ διορθωθεῖ. Μὰ δὲ γίνεται ἔτσι. Ἐμεῖς τόσο εὔκολα διορθωνόμαστε; Ἐδῶ χρειάζεται νὰ κάνουμε ὑπομονὴ γιὰ τὸ παιδί μας. Νὰ τὸ περιμένουμε. Γι᾿ αὐτὸ λέγει «ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθαι τὰς ψυχὰς ὑμῶν». Μὲ τὴν ὑπομονή σας θὰ ἀποκτήσετε τὸν ἔλεγχο τῶν ψυχῶν σας. Μὲ τὴν ὑπομονὴ θὰ πιάσεις τὴν ψυχή σου καὶ θὰ τὴν κυβερνήσεις, θὰ κρατήσεις τὸ τιμόνι της. Ἔτσι, μὲ τὴν ὑπομονή μας, περιμένοντας τὸν Θεό, δίνοντας χρόνο στὸν ἑαυτό μας, ἀναγνωρίζοντας στὰ παιδιά μας καὶ στοὺς συνανθρώπους μας τὸ δικαίωμα τοῦ χρόνου τους, θὰ κερδίσουμε καὶ τὶς δικές τους ψυχές, θὰ ἀποκτήσουμε καὶ τὶς δικές μας. Θὰ τὶς κατακτήσουμε ἐν Χριστῷ καὶ ἐν ἀγάπῃ.

Ἡ ἀγάπη

Τέλος, ζητοῦμε «πνεῦμα ἀγάπης». Στὴν Κλίμακα τῶν ἀρετῶν, ὅπως τὴν παρουσιάζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης, ἐμφανίζεται ἡ διάκριση ὡς «ἡ μείζων τῶν ἀρετῶν». Στὸ τέλος ὑπάρχει ἕνα κεφάλαιο γιὰ τρεῖς ἀρετές: τὴν πίστη, τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν ἀγάπη. «τὰ τρία ταῦτα», ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «μείζων δὲ τούτων ἡ ἀγάπη» (Α´ Κορ. 13,13). Ἀγάπη γενική: καὶ πρὸς τὸν Θεὸ καὶ πρὸς τὸν ἀδελφὸ καὶ πρὸς ὅλο τὸν κόσμο. Δὲν ὑπάρχει ἀγαπῶ ἕναν, δυό, πέντε, τὴν οἰκογένειά μου, τοὺς φίλους μου καὶ δὲν ἀγαπῶ τοὺς ἄλλους. Ἀγάπη ἔχει αὐτὸς ποὺ ἀγαπᾶ ὅλη τὴν κτίση. Ἀγαπᾶ τὰ ζῶα, ἀγαπᾶ τοὺς ἐχθρούς, ἀγαπᾶ τοὺς γνωστοὺς καὶ τοὺς ἀγνώστους, ἀγαπᾶ τοὺς εὐεργέτες καὶ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἀντιπαθοῦν, ὅπως ὁ Θεὸς «βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους». Ἀγάπη μεριζομένη καὶ μὴ καθολικὴ δὲν εἶναι ἀγάπη.

Ἡ ἀγάπη δὲν διαιρεῖ οὔτε ξεχωρίζει τοὺς ἀποδέκτες της, ἀλλὰ κομματιάζει τὴν πηγή της. Ἂν δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἀγάπη ποὺ μᾶς κάνει νὰ κομματιαζόμαστε, γιατὶ ὁ διπλανὸς εἶναι ὁ ἀδελφός, ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, δὲν θὰ μπορέσουμε νὰ περάσουμε στὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Ἀπὸ τὴν εἰκόνα περνᾶμε στὸ πρωτότυπο. Ἀπὸ τὸν ἀδελφὸ στὸν Θεό. Τὸν ἀδελφὸ ἔβαλε ὁ Θεὸς δίπλα μας, γιὰ νὰ μᾶς θυμίζει ὅτι ἡ πόρτα τῆς σωτηρίας μας εἶναι ἡ ἄσκηση τῆς ἀγάπης. Τί φοβερὴ ἀρετή! Ἀλλὰ τί δύσκολη ποὺ μᾶς φαίνεται! Πόσο ὅμως διαφορετικὴ δὲν θὰ ἦταν ἡ κοινωνία μας, ἡ κοινωνία μας ὡς πιστῶν, ἐδῶ σε αὐτὴ τὴν ἐνορία ποὺ βρισκόμαστε ὅλοι μαζί, ἂν μπορούσαμε νὰ εἴχαμε αὐτὴν τὴν ἐλευθερία, τὴν πληρότητα, τὴ θυσιαστικότητα τῆς ἀγάπης, τὴν ὑπερβολὴ τῆς ἀγάπης! Νὰ ἀγαπᾶμε τοὺς ἄλλους ὄχι σὰν τὸν ἑαυτό μας, ἀλλὰ πιὸ πολὺ καὶ ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας, γιατὶ ὁ ἄλλος, ὁ πλησίον, εἶναι κομμάτι μας, εἶναι ὁ καλύτερος ἑαυτός μας, εἶναι παιδὶ καὶ ἀδελφὸς τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ὁ ὁρατὸς Θεὸς ἐκείνης τῆς στιγμῆς· εἶναι ἡ ἀφορμὴ γιὰ τὴν ἔξοδο ἀπὸ τὸν ἐγωισμό μας, εἶναι ἡ εὐκαιρία γιὰ τὴ συνάντηση μὲ τὸν Θεό μας.

Νά, λοιπόν, τί ζητοῦμε. Νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ὁ Θεὸς ἀπὸ «πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας καὶ ἀργολογίας» καὶ νὰ φυτέψει στὴν καρδιά μας «πνεῦμα σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καὶ ἀγάπης».

Τὰ «ἐμὰ πταίσματα» καὶ ἡ κατάκριση τοῦ ἀδελφοῦ

Καὶ συνεχίζει ἡ προσευχή: «Ναί, Κύριε, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου». Δῶσ᾿ μου τὴ μεγάλη εὐλογία ἀντὶ νὰ ἀσχολοῦμαι μὲ τὰ ὑποθετικὰ ἐλαττώματα καὶ τὶς ἀδυναμίες τοῦ ἀδελφοῦ μου, νὰ κοιτάξω τὰ πραγματικὰ δικά μου πταίσματα. Λέει πάλι ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, ποὺ σήμερα εἶναι ἡ μέρα του, ὅτι ἀκόμα κι ἂν ζοῦσες ἑκατὸ χρόνια καὶ κάθε μέρα ἔριχνες δάκρυα ὅσο εἶναι τὸ νερὸ τοῦ Ἰορδάνη ποταμοῦ, δὲν θὰ μποροῦσες νὰ ξεπλύνεις τὰ πραγματικά σου ἐλαττώματα, ποὺ ὅμως ποτὲ δὲν θὰ μπορέσεις νὰ διακρίνεις. Ἂς ἔχει καθένας μας τὴν αἴσθηση μίας στοιχειώδους αὐτογνωσίας, πῶς διακατεχόμεθα ἀπὸ ἀδυναμίες, ἀπὸ πάθη, ἀπὸ ἁμαρτίες τὶς ὁποῖες συνεχῶς διαπράττουμε. Ὁ καθένας μας ἔχει τὸ δικό του φορτίο τῶν παθῶν καὶ τῶν ἀδυναμιῶν. Μὲ αὐτὸ νὰ ἀσχοληθεῖ. Αὐτὸ θὰ πεῖ αὐτογνωσία. «Δώρησαί μοι, Κύριε, τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα». Νὰ ἀντικρύζω τὰ δικά μου πταίσματα καὶ νὰ μὴν κατακρίνω τὸν ἀδελφό μου καὶ νὰ μὴν τὸν καταδικάζω μέσα μου εἴτε μὲ τὸν λόγο, εἴτε μὲ τὴν ἐσωτερικὴ σκέψη καὶ κρίση μου.

Ὑπάρχει ἕνας ἅγιος ἀπὸ τοὺς πιὸ γλυκοὺς καὶ ἀγαπημένους πρόσφατους ἁγίους, ὁ ἅγιος Σάββας ὁ Νέος της Καλύμνου. Ἕνας ἅγιος, ὁ ὁποῖος ἐκοιμήθη τὸ 1948. Πέρασε καὶ ἕνα διάστημα τῆς ζωῆς του ἐδῶ στὴν Ἀθήνα. Τὸν τιμᾶ ἰδιαίτερα ἡ Κάλυμνος. Σύγχρονος ἅγιος! Λίγο μετὰ τὸν ἅγιο Νεκτάριο. Ἕνας γλυκύτατος ἄνθρωπος. Ἕνας ἐπιεικέστατος ἅγιος. Παραμυθητικός, φιλάνθρωπος, γεμάτος συμπάθεια καὶ κατανόηση, ἐπιείκεια καὶ συγχωρητικότητα. Συνέρρεε ὁ κόσμος γιὰ ἐξομολόγηση. Ὅλα τὰ συγχωροῦσε. Γιὰ δύο ὅμως ἁμαρτίες ἦταν ἀδυσώπητος. Ἡ μία ἡ βλασφημία, καὶ τὸ καταλαβαίνουμε. Ἡ δεύτερη ἡ κατάκριση. Κατέκρινες τὸν ἀδελφό σου καὶ τοῦ τὸ ἔλεγες; Αὐστηρὸ κανόνα ἔβαζε. Ἀκοινωνησία! Νηστεύεις; Ρωτοῦσε. Μὰ ἐσὺ καταβροχθίζεις τὶς σάρκες τοῦ ἀδελφοῦ σου. Ὁ ἅγιος αὐτός, αὐτὸ τὸ ἀρνάκι, δὲν μποροῦσε νὰ δεχθεῖ τὸ πάθος τῆς κατάκρισης. Μεγάλη ἁμαρτία ποὺ ροκανίζει τὴν ἴδια τὴν ὑπόσταση τῆς κοινωνίας ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ. Ὁ ἕνας νὰ φάει τὸν ἄλλον. Νὰ τὸν κουτσομπολέψει, νὰ τὸν καταδικάσει. Μέσα στὴν ἴδια τὴν ἐνορία, στὰ σπίτια μας, στοὺς χώρους ἐργασίας μας. Σκληροὶ ἐπικριτές, ἀνυποχώρητοι θεατὲς ἐλαττωμάτων, ἐπίμονοι ἐρευνητὲς σφαλμάτων. Δυστυχῶς, ἡ ἀρρώστια αὐτὴ εἶναι καὶ παλιὰ καὶ βαθειὰ καὶ διαδεδομένη.

Νομίζω ὅτι σᾶς κούρασα. Πέρασε ἡ ὥρα. Θὰ κάνω μία σύνοψη ποὺ περιγράφει τὸ βαθύτερο ἦθος καὶ τὸν λόγο αὐτῆς τῆς προσευχῆς, μέσα ἀπὸ τέσσερις παρατηρήσεις. Ἂν προσέξουμε, παρουσιάζει μερικὰ πολὺ ἐνδιαφέροντα κρυμμένα χαρακτηριστικά.

 Ἡ προσευχὴ τοῦ ὁσίου Ἐφραὶμ ἑστιάζει μέσα μας

Τὸ πρῶτο εἶναι ὅτι στὴν ἀπαρίθμηση τῶν παθῶν τῆς προσευχῆς ἀποφεύγονται τὰ θανάσιμα λεγόμενα πάθη, ὅπως τὸ μίσος, ἡ φιληδονία, ὁ θυμός, ἡ φιλαργυρία καὶ ἄλλα, καὶ ἀναφέρονται μερικὰ ποὺ μᾶλλον συνήθεις ἀνθρώπινες ἀδυναμίες εἶναι παρὰ ἔντονα διαστροφικὲς καταστάσεις. Ποιὸς ὁ λόγος ποὺ ἐπιλέγονται αὐτὰ καὶ ὄχι τὰ πρῶτα; Ἡ ἀργία, ἡ ἀργολογία δὲν βλάπτουν κανέναν ἄλλον παρὰ μόνον τὸν ἄνθρωπο ποὺ τὶς ἔχει. Καὶ εἶναι τόσο ἀνθρώπινο νὰ εἶναι κανεὶς περίεργος ἢ ἔστω νὰ ἐπιζητεῖ τὰ πρωτεῖα. Ποιός, ἀλήθεια, δὲν τὰ ἔχει κάπως μέσα του αὐτά; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ὅτι ἐδῶ προσευχόμαστε ὄχι γιὰ διαστροφὲς ποὺ μόνοι μας πρέπει νὰ καταπολεμήσουμε ἀλλὰ γιὰ ἐσωτερικὲς ἀδυναμίες ποὺ ἐνδόμυχα καλλιεργοῦμε καὶ πνίγουν τὴν ἐλευθερία μας καὶ μᾶς χρειάζεται τόσο ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ.

Ἡ προσευχὴ αὐτὴ ἔχει σὰν στόχο τὸ συμμάζεμα τοῦ ἑαυτοῦ, τὸ νὰ ἔλθει κανεὶς «εἰς ἑαυτόν». Ἐὰν ὁ σκοπός μας εἶναι ἡ στροφή μας πρὸς τὸν Θεό, τότε πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ προηγηθεῖ ἡ στροφὴ πρὸς τὰ μέσα μας: «Νοῦς μὴ σκεδαννύμενος ἐπὶ τὰ ἔξω, ἐπανεισι εἰς ἑαυτὸν καὶ δι᾿ ἑαυτοῦ πρὸς τὸν Θεόν». Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὰ τέσσερα πάθη γιὰ τὰ ὁποῖα μιλάει εἶναι πάθη ποὺ δὲν φαίνονται μεγάλα, ἀλλὰ ἔχουν καταστροφικὴ δράση μέσα μας. Εἶναι πάθη διασπορᾶς τῆς σκέψης καὶ σκορπισμοῦ τῆς καρδιᾶς, πάθη ποὺ ξοδεύουν τὸν πλοῦτο της: Ἡ ἀργία τὸν χρόνο της· ἡ περιέργεια τὴν ἀλήθειά της, τὴν στροφὴ στὸ ἕνα «οὔκ ἐστι χρεία»· ἡ φιλαρχία τὴν ἀγάπη της, τὴ σχέση της μὲ τὸν ἀδελφό· καὶ ἡ ἀργολογία τὸν λόγο της. Ὅλα μαζὶ τὴν περιουσία τῆς πνευματικῆς οὐσίας της. Καταναλώνουν τὸ δυναμικὸ τῆς ψυχῆς στὰ μὴ οὐσιώδη. Τότε γίνεται πολυπόρευτος ἡ διάνοια καὶ στὴ συνέχεια ὀλισθηρά, ὅπως λέγει ἀλλοῦ ὁ ὅσιος Ἐφραίμ. Γλιστράει, ξεφεύγει, χάνεται, καταστρέφεται.

Ἂν ὅμως συμμαζευτεῖ ὁ νοῦς, τότε μπορεῖ νὰ κάνει προσευχὴ καὶ νὰ στραφεῖ πρὸς τὸν Θεό. Βλέπετε καὶ ἀπὸ τὶς ἀρετὲς δὲν ἐπιλέγει τὴν προσευχή, τὴ μετάνοια, τὴν πίστη, τὴν ἐγκράτεια, τὴν ἐλεημοσύνη, τὴ νηστεία. Ἀλλὰ διαλέγει ἀρετὲς ποὺ ἡσυχάζουν τὸν ἔσω ἄνθρωπο καὶ τὸν συμμαζεύουν, ὅπως ἡ σωφροσύνη καταστέλλει τὶς κινήσεις τῆς σάρκας, ἡ ταπεινοφροσύνη τὰ πετάγματα τοῦ ἐγωισμοῦ, ἡ ὑπομονὴ τὰ ξαφνιάσματα τοῦ χρόνου καὶ ἡ ἀγάπη τὶς ἐνοχλήσεις τῶν ἀδελφῶν. Κάποιες διαλέγει ἀπὸ τὶς ἀρετὲς καὶ κάποια ἀπὸ τὰ πάθη. Αὐτὰ τὰ πάθη τὰ ὁποῖα εἶναι πολὺ λεπτὰ καὶ ἀποτελοῦν τὴ βάση τῆς ἀρρώστιας τῆς ψυχῆς καὶ αὐτὲς τὶς ἀρετὲς ποὺ ἀποτελοῦν τὸ θεμέλιο τῆς ἀνάστασης καὶ τῆς ἀνάτασής της. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἕνα.

Οἱ ἀρετὲς ὡς δωρεὲς τοῦ Θεοῦ

Τὸ δεύτερο. Οἱ ἀρετὲς σὲ αὐτὴν τὴν προσευχὴ δὲν ἐμφανίζονται σὰν κατάκτηση, σὰν ἀνθρώπινο κατόρθωμα, ἀλλὰ σὰν δωρεὲς τοῦ Θεοῦ. Τὸ ρῆμα ποὺ χρησιμοποιεῖται γιὰ τὴν ἀπόκτησή τους εἶναι τὸ «Δώρησαί μοι», χάρισέ μου. Δὲν λέει ὅτι θὰ προσπαθήσω νὰ τὰ ἀποκτήσω, ἀλλὰ τὰ ζητάει ὁ προσευχόμενος ἀπὸ τὸν Θεὸ ὡς δῶρα. Οἱ ἀρετὲς εἶναι δῶρα. Δὲν εἶναι κατορθώματα. Εἶναι καρπὸς τῆς χάριτος· ὄχι τοῦ ἀγώνα. Ὁ ἀγώνας ἁπλὰ ἐκφράζει τὸ φιλότιμό μας. Εἶναι τὸ ἀναγκαῖο ἔλασσον. Ἡ χάρις εἶναι τὸ ἐνεργοῦν μεῖζον. Ὅσο κι ἂν προσπαθήσουμε, χωρὶς τὴ χάρι τοῦ Θεοῦ, τίποτα δὲν θὰ καταφέρουμε. Καὶ ἂν δὲν ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς χάριτος καὶ τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μας αὐτὲς οἱ ἀρετές, τότε ὅποιος τὶς εἶχε θὰ δικαιοῦτο νὰ καυχᾶται. Ἐνῶ τώρα, κι ἂν τὶς ἔχεις, δὲν δικαιοῦσαι νὰ καυχηθεῖς, γιατί καὶ ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ ἀγάπη καὶ ἡ σωφροσύνη καὶ ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι μείζονα δῶρα ποῦ τελικῶς τὰ χορηγεῖ ὁ Θεὸς σὲ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι ἔχουν καταθέσει ὡς ἐλάχιστη προϋπόθεση τὴ συγκατάθεσή τους: «τί δὲ ἔχεις ὃ οὐκ ἔλαβες; εἰ δὲ καὶ ἔλαβες, τί καυχᾶσαι ὡς μὴ λαβών;» (Α´ Κορ. 4,7).

Τὸ «πνεῦμα» ὡς φρόνημα

Ἂς προχωρήσουμε στὴν τρίτη παρατήρηση, στὴ λέξη πνεῦμα. Ὁ ὅσιος προτάσσει τῶν παθῶν καὶ τῶν ἀρετῶν αὐτὴ τὴ λέξη: «πνεῦμα ἀργίας», δὲν λέγει ἀργία. Καὶ μετὰ λέγει «πνεῦμα σωφροσύνης». Τί σημαίνει αὐτὴ ἡ λέξη; Σημαίνει νὰ μοῦ δώσει ὁ Θεὸς τὴ διάθεση, τὸ φρόνημα, τὸν πόθο νὰ λαχταρήσω αὐτὲς τὶς ἀρετές, νὰ μισήσω αὐτὲς τὶς ἀδυναμίες, ὥστε πάνω σ᾿ αὐτὴν τὴν ἐσωτερικὴ κατάσταση καὶ ἐπιθυμία, στὸ ἔδαφος αὐτό, νὰ μπορέσει Ἐκεῖνος νὰ φυτεύσει τὸν σπόρο τῆς ἀρετῆς. Αὐτὸ ποὺ μᾶς χρειάζεται, λοιπόν, καὶ προσευχόμαστε εἶναι τὸ φρόνημα τῆς ἀρετῆς, τὸ πνεῦμα τῆς ἀρετῆς, γιὰ νὰ μπορέσει ὁ Κύριος νὰ μᾶς δώσει τὴν ἴδια τὴν ἀρετή, τὸν καρπὸ τῆς ἀρετῆς.

Δοῦλος καὶ ἀδελφός

Καὶ τὸ τέταρτο εἶναι πολὺ ὡραῖο. Νὰ τὸ ξαναπῶ, γιὰ νὰ δεῖτε δύο λέξεις: «Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας καὶ ἀργολογίας μή μοι δῶς». Δὲν θὰ τὸ σχολιάσουμε αὐτό. «Πνεῦμα δὲ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καὶ ἀγάπης χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ. Ναί, Κύριε, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου».

Ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὁ χριστιανὸς εἶναι δοῦλος καὶ δίπλα στὸν πλησίον εἶναι ἀδελφός. Σὲ αὐτὸ μας καλεῖ ἡ Ἐκκλησία, ὄχι μόνον τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ ἀλλὰ πάντοτε. Νὰ λέμε «δοῦλοι ἀχρεῖοί ἐσμεν, ὅτι ὃ ὠφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν» (Λουκ. 17,10). Τελικά, καὶ τὰ καλὰ ποὺ κάνουμε εἶναι αὐτὰ ποὺ πρέπει νὰ κάνουμε, γιατὶ εἴμαστε ἄχρηστοι δοῦλοι. Τὸ λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Νὰ αἰσθανθεῖ καθένας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τὴν ταπείνωση τοῦ δούλου καὶ δίπλα στὸν πλησίον τὴ χαρὰ τοῦ ἀδελφοῦ.

Ἔτσι ἂν ξεκινήσουμε τὴν πορεία μας τὴν πνευματική, μὲ αὐτὸ τὸ φρόνημα καὶ σὲ αὐτὸ τὸ πνεῦμα ἂν τὴν ἀναβαπτίσουμε, θὰ μπορέσουμε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, νὰ προχωρήσουμε ἀπὸ τὸ ἦθος, ὅπως εἴπαμε προηγουμένως, στὴν κατάσταση τῶν ἀρετῶν. Τότε ὁ Θεὸς θὰ δώσει αὐτὲς οἱ ἀρετὲς νὰ διακρίνουν καὶ τὴ ζωὴ τοῦ καθενός μας σὲ κάποιο βαθμό, ἀλλὰ κυρίως θὰ δώσει νὰ ἀνθίσουν στὸ ἔδαφος τῶν πνευματικῶν κοινοτήτων μας, τῆς ἴδιας μας τῆς Ἐκκλησίας. Ἂν ζούσαμε ὡς Ἐκκλησία αὐτὴν τὴν καθαρότητα, δὲν θὰ χρειαζόταν νὰ μιλᾶμε γιὰ κάθαρση. Ὅταν στὴν Ἐκκλησία μας κυριαρχεῖ ἡ σωφροσύνη, ἡ ταπεινοφροσύνη, ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ ἀγάπη, τότε τί θέση ἔχει ἡ λεγόμενη κάθαρση; Τότε δὲν θὰ ἤμασταν Ἐκκλησία ποὺ τῆς ἀπαιτοῦν κάθαρση, ἀλλὰ θὰ ἤμασταν κοινωνία ποὺ θὰ χόρταινε ἀπὸ γνήσια μαρτυρία.

Ξεκίνησα λέγοντας ὅτι μᾶς μένουν ἀκόμη δύο ἑβδομάδες Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Δύο ἑβδομάδες συνεχοῦς εὐλογημένου ἐπηρεασμοῦ τῆς ψυχῆς μας ἀπὸ τὴν εὐλογία αὐτῆς τῆς προσευχῆς καὶ τῶν ἀληθειῶν της. Νὰ δώσει ὁ Θεὸς ἡ προσευχὴ τοῦ ὁσίου Ἐφραὶμ νὰ εἶναι μία προσευχὴ ποὺ αὐτὸς μὲν τὴν ἔγραψε, ἐμεῖς ὅμως ὡς Ἐκκλησία καὶ πρόσωπα τὴ ζοῦμε. Μία προσευχὴ ποὺ θὰ βγαίνει ἀπὸ τὴν καρδιά μας, θὰ βγαίνει ὅμως καὶ ἀπὸ τὴ ζωή μας.

Τότε, καθὼς θὰ φθάνουμε στὸ Πάσχα, ἡ ψυχή μας θὰ εἶναι ἕτοιμη καὶ καθαρὴ σὰν τὸν κενὸ τάφο νὰ δεχθεῖ τὸν Ἀναστημένο Χριστό. Νὰ δώσει λοιπὸν ὁ Θεὸς πλούσια τὴν εὐλογία Του καὶ κατὰ τὸ ὑπόλοιπο διάστημα τῆς Τεσσαρακοστῆς, καὶ ὅλους νὰ μᾶς ἀξιώσει πανέτοιμοι, ἢ μᾶλλον ὅσο τὸ δυνατὸν ἕτοιμοι, νὰ μποῦμε μέσα στὸ κανάλι αὐτὸ τὸ εὐλογημένο, σὲ αὐτὸν τὸν μετασχηματιστὴ τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, γιὰ νὰ φθάσουμε ἑνωμένοι καὶ ἀγαπημένοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὡς δοῦλοι καὶ μεταξύ μας ὡς ἀδελφοί, γιὰ νὰ μπορέσουμε ὅλοι μαζὶ καὶ ὁ καθένας ξεχωριστὰ νὰ τὸν ἀντικρύσουμε Ἀναστάντα. Ἀμήν.

 ΠΗΓΗ USERS.UOA.GR

 ΤΗΝ ΕΡΧΟΜΕΝΗ ΚΥΡΙΑΚΗ 10/4 Ε ΝΗΣΤΕΙΩΝ ΘΑ ΙΕΡΟΥΡΓΗΣΕΙ ΣΤΟ ΝΑΟ ΜΑΣ Ο ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΣ ΠΟΙΜΕΝΑΡΧΗΣ ΜΑΣ κ.κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ.

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2022

 «Ο ΠΟΛΙΟΥΧΟΣ ΜΑΣ»

ΔΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΚΑΤΑΡΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ
ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΕΝΟΡΙΑΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΝΕΟΤΗΤΟΣ

Ι. ΝΑΟΥ ΑΓ. ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ
ΠΟΛΙΟΥΧΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΕΥΧΟΣ 37

ο ΜΑΡΤΙΟΥ - ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2022

Λόγοι Αγίων πατέρων περί ταπείνωσης
«Ταπείνωσις, Χριστοῦ μίμησις». – Μέγας Βασίλειος
«Μητέρα τῆς πηγῆς εἶναι ἡ ἄβυσσος τῶν ὑδάτων· πηγὴ δὲ τῆς
διακρίσεως ἡ ταπείνωσις». – Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης
«Οὐδὲν ταπεινοφροσύνης ἴσον». – Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος
«Ἡ μὲν μετάνοια μᾶς ἀνεγείρει, τὸ πένθος κρούει τὴν πύλη τοῦ οὐρανοῦ,
ἡ δὲ ὁσία ταπείνωση τὴν ἀνοίγει». –Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης
«Στοὺς ταπεινοὺς ἀποκαλύπτονται τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ». – Ἰσαὰκ ὁ
Σύρος
«Χωρὶς τὴν ταπείνωση τὸ πᾶν εἶναι μηδέν. Μὲ τὴν ταπείνωση τὸ μηδὲν
γίνεται πᾶν». – Μέγας Βασίλειος
«Ὅταν λέω ταπεινοφροσύνη δὲν ἐννοῶ αὐτὴν στὰ λόγια ποὺ τὴν
προσφέρει ἡ γλώσσα, ἀλλὰ αὐτὴν ποὺ βρίσκεται στὴν σκέψη, στὴν ψυχή,
στὴν συνείδηση ποὺ μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ τὴν δεῖ. Ἀρκεῖ αὐτὴ καὶ μόνο
ἡ ἀρετή, ἔστω κι ἂν καμμία ἄλλη δὲν ὑπάρχει γιὰ νὰ κάνει σπλαχνικὸ τὸν
Κύριο». – Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος
«Ἡ ταπείνωση εἶναι δωρεὰ ἄνωθεν παρεχόμενη». – Ἅγιος Γρηγόριος ὁ
Σιναΐτης
«Κάθε τόπος μπορεῖ νὰ γίνει τόπος Ἀνάστασης. Φτάνει νὰ ζεῖς τὴν
Ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ». – Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος

2

«Ὅπως ἡ σκιὰ ἀκολουθεῖ τὸ σῶμα, ἔτσι καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη τὴν
ἀκολουθεῖ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι ἡ στολὴ τῆς
θεότητας. Ἐπειδὴ ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατέρα, ποὺ ἔγινε
ἄνθρωπος ἐπάνω στὴ γῆ, αὐτὴν ντύθηκε καὶ ἔζησε μαζί μας». – Ἰσαὰκ ὁ
Σύρος
«Ἡ τέλεια ταπείνωση εἶναι τὸ νὰ ἀποδίδεις κάθε ἐπιτυχία σου καὶ
κατόρθωμά σου στὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἦταν ἡ τέλεια ταπείνωση ποὺ
εἶχαν οἱ ἅγιοι». – Ἀββᾶς Δωρόθεος
«Ἀγωνιστεῖτε νὰ ἀποκτήσετε τὴν ταπείνωση. Εἶναι εὐωδία καὶ ἔνδυμα
Χριστοῦ. Γιὰ χάρη της ὅλα θὰ τὰ συγχωρήσει ὁ Θεός. Δὲ θὰ ἐξετάσει τὶς
ἐλλείψεις ποὺ ἔχει ὁ ἀγώνας μας. Ἐνῷ χωρὶς ταπείνωση, καμία ἄσκηση
δὲ θὰ μᾶς βοηθήσει. Μὲ τὸ ταπεινὸ φρόνημα μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ
σωθεῖ. Χωρὶς αὐτὸ τὸ εἰσιτήριο, δὲ θὰ μᾶς ἐπιτρέψει μὰ μποῦμε στὸν
παράδεισο ποὺ εἶναι γεμάτος ἀπὸ ταπεινούς». – Ἅγιος Θεοφάνης ὁ
Ἔγκλειστος
Θεμέλιο τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς εἶναι ἡ ταπείνωση. Ὅσα κι ἂν κτίσεις
καὶ ἐλεημοσύνη καὶ προσευχὲς καὶ νηστεῖες καὶ ὁποιαδήποτε ἄλλη
ἀρετή, ἂν δὲ βάλεις πρῶτα ὡς θεμέλιο αὐτή, ματαιοπονεῖς καὶ ὅλα ὅσα
χτίζεις θὰ γκρεμιστοῦν εὔκολα, ὅπως ἔπεσε τὸ σπίτι ἐκεῖνο, ποὺ εἶχε
οἰκοδομηθεῖ στὴν ἄμμο. Δὲν ὑπάρχει κανένα, μὰ κανένα ἀπὸ τὰ
κατορθώματά μας, ποὺ δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τὴν ταπεινοφροσύνη, γιὰ νὰ
μπορέσει νὰ σταθεῖ. Ποιὸ θέλεις νὰ ἀναφέρουμε; Τὴ σωφροσύνη, τὴν
περιφρόνηση τῶν χρημάτων, τὸ καθετί, ὅλα ἀποδεικνύονται ἀκάθαρτα
καὶ θεομίσητα καὶ ἀηδῆ χωρὶς ταπείνωση. Γι’ αὐτὸ εἶναι ἀπαραίτητο νὰ
τὴν ἔχουμε πάντοτε μαζί μας καὶ στὰ λόγια μας καὶ στὰ ἔργα μας καὶ στὶς
σκέψεις μας καὶ πάνω στὴν ταπείνωση νὰ χτίζουμε ὅλη μας τὴ ζωή». –
Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος
«Ἡ ταπεινοφροσύνη ἔβαλε τὸν τελώνη πάνω ἀπὸ Φαρισαῖο. Ἡ
ὑπερηφάνεια νίκησε καὶ τὶς ἀσώματες δυνάμεις καὶ τὶς ἔκανε διαβολικές.
Ἡ ταπεινοφροσύνη καὶ ἡ ἀναγνώριση τῶν ἁμαρτημάτων ἔβαλε στὸν
παράδεισο τὸν ληστὴ πιὸ μπροστὰ ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους. Ἂν λοιπόν
αὐτοὶ ποὺ ὁμολογοῦν τὰ ἁμαρτήματά τους ἀποκτοῦν τόση παρρησία, οἱ

3

ἄλλοι ποὺ βλέπουν στὸν ἑαυτὸ τους τόσα ἀγαθὰ καὶ παρ’ ὅλα αὐτὰ
διατηροῦν ταπεινὴ τὴν ψυχή τους, πόσα στεφάνια θὰ πετύχουν;». –
Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος
«Ὅταν εἴμαστε ἀνίκανοι νὰ ἀναρριχηθοῦμε στὶς βουνοκορφὲς τῆς
ἀρετῆς, ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ κάνουμε εἶναι νὰ κατέβουμε τουλάχιστον
στὸ φαράγγι τῆς ταπείνωσης. Ἡ ταπείνωση εἶναι ὁ πιὸ σίγουρος
μεσολαβητής μας μπροστὰ στὸ θρόνο τοῦ Κυρίου. Τὸ ταπεινὸ φρόνημα
καὶ ἡ αὐτομεμψία εἶναι ποὺ θὰ κάνουν τοὺς ἔσχατους νὰ γίνουν
πρῶτοι». – Στάρετς Μακάριος
«Ἡ ἁγία ταπείνωση εἶναι ἕνας μεγάλος θησαυρός, ἀνέκφραστος πλοῦτος,
δωρεὰ τοῦ Χριστοῦ ποὺ εἶναι ὁ μοναδικὸς πράος καὶ ταπεινὸς στὴν
καρδιά. Εἶναι ἡ μοναδικὴ ἀρετὴ ποὺ δὲν μποροῦν νὰ τὴ μιμηθοῦν οἱ
δαίμονες. Εἶναι ἡ πύλη τῆς Οὐράνιας Βασιλείας ποὺ εἰσάγει σ’ αὐτὴν
ὅσους τὴν πλησιάζουν». – Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης
«Οἱ ταπεινοὶ ἄνθρωποι ζοῦν συνεχῶς μὲ τὴ συναίσθηση καὶ τὸ χρέος τῶν
ἁμαρτιῶν τους. Ὅσο περισσότερο αὐξάνουν οἱ δωρεὲς τοῦ Θεοῦ στοὺς
ἀνθρώπους, τόσο περισσότερο ταπεινώνουν τὸν ἑαυτό τους μὲ τὴ σκέψη
ὅτι εἶναι ἀνάξιοι γιὰ ἕναν τέτοιο πλοῦτο». – Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης
«Ἡ ταπείνωση ἐπειδὴ ἐκ φύσεως ἀνυψώνει τὸν ἄνθρωπο καὶ ἔχει τὴν
ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ἀφανίζει σχεδὸν ὅλα τὰ κακὰ ποὺ ὑπάρχουν μέσα
μας καὶ τὰ ὁποία μισεῖ ὁ Θεός, εἶναι δυσκολοκατόρθωτη. Καὶ μπορεῖς νὰ
βρεῖς σὲ ἕναν ἄνθρωπο μερικὴ ἐργασία πολλῶν ἀρετῶν, ἂν ὅμως
ζητήσεις καὶ μυρωδιὰ μόνο ταπεινώσεως, μόλις ποὺ θὰ τὴν βρεῖς. Γι’
αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχουμε μεγάλη ἐπιμέλεια, ὥστε νὰ ἀποκτήσουμε
τὴν ἁγία ταπείνωση». –Ἅγιος Ἠσύχιος
«Ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ πολλὴ ταπείνωση ἐφόσον μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ
φροντίζουμε γιὰ τὴ φύλαξη τοῦ νοῦ. Ταπείνωση πρῶτα ἀπέναντι στὸ Θεὸ
καὶ ἔπειτα ἀπέναντι στοὺς ἀνθρώπους. Μὲ κάθε τρόπο καὶ ἀπὸ παντοῦ
ὀφείλουμε νὰ συντρίβουμε τὴν καρδιὰ μας, μεταχειριζόμενοι καθετί ποὺ
μᾶς ταπεινώνει. Ταπεινώνουν τὴν ψυχή μας οἱ πολλὲς εὐεργεσίες τοῦ

4

Θεοῦ σέ μας, ὅταν τὶς μετροῦμε μία- μία καὶ τὶς φέρνουμε στὸ νοῦ μας».
–Ὅσιος Φιλόθεος ὁ Σιναΐτης
«Περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο χρειαζόμαστε τὴν ταπεινοφροσύνη γιὰ νὰ
εἴμαστε ἕτοιμοι σὲ κάθε λόγο ποὺ ἀκοῦμε νὰ λέμε, «συγχώρεσέ με».
Γιατί μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη ὅλες οἱ παγίδες τοῦ ἐχθροῦ
καταστρέφονται. Εἶναι μεγάλη ἡ ἀρετὴ τῆς ταπεινοφροσύνης, γιατί καὶ μὲ
μόνη αὐτὴ οἱ ἅγιοι μπῆκαν στὸν Παράδεισο. Ἂς ταπεινωθοῦμε λίγο καὶ
ἐμεῖς καὶ θὰ σωθοῦμε». – Ἀββᾶς Δωρόθεος
«Ὑπάρχουν δύο εἰδῶν ταπεινώσεις. Ἡ πρώτη ταπείνωση εἶναι τὸ νὰ
θεωρεῖ κανεὶς τὸν ἀδερφὸ τοῦ πιὸ συνετὸ καὶ σὲ ὅλα καλύτερο ἀπὸ
αὐτὸν καὶ τὸν ἑαυτὸ χειρότερο ἀπ’ ὅλους. Ἡ δεύτερη εἶναι νὰ ἀποδίδει
κανεὶς κάθε ἐπιτυχία του καὶ κάθε κατόρθωμά του στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ.
Αὐτὴ εἶναι ἡ τέλεια ταπείνωση ποὺ εἶχαν οἱ ἅγιοι». –Ἀββᾶς Δωρόθεος
«Ὁ Χριστὸς μόνο τὴν ταπείνωση θέλει κι ὅλα τὰ ἄλλα θὰ τὰ κάνει ἡ Χάρη
Του». – Οσιος Πορφύριος
«Ὅπως ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι τὸ πιὸ μεγάλο ἀπὸ ὅλα τὰ πάθη, ἀφοῦ ἔριξε
τοὺς Ἀγγέλους ἀπὸ τὸν Οὐρανὸ στὴν ἄβυσσο, ἔτσι καὶ ἡ ταπεινοφροσύνη
εἶναι ἡ πιὸ μεγάλη ἀπ’ ὅλες τὶς ἀρετές. Αὐτὴ ἔχει τὴ δύναμη κι ἀπὸ τὴν
ἄβυσσο ἀκόμα ν’ ἀνεβάσει στὸν οὐρανὸ τὸν ἁμαρτωλό. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ
ὁ Κύριος μακαρίζει πρὶν ἀπ’ ὅλους τους πτωχοὺς τῷ πνεύματι». – Ἀββᾶς
Λογγίνος
«Νὰ ὑπομένεις τὴν ἐξουθένωση καὶ τὴν ταπείνωση μὲ ἀγαθὴ θέληση γιὰ
νὰ ἀποκτήσεις παρρησία στὸ Θεό. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ὑπομένει κάθε
σκληρὸ λόγο χωρὶς νὰ ἀντιμιλήσει τότε μὲ στεφάνι ἄφθαρτο
στεφανοῦται. Τελειότητα τῆς ταπεινώσεως εἶναι νὰ δέχεσαι μὲ χαρὰ
κάθε ψεύτικη παρηγοριά. Ὁ ταπεινός, ὅταν ἀδικεῖται, δὲν ταράσσεται
οὔτε ἀπολογεῖται. Δέχεται τὴ συκοφαντία σὰν ἀλήθεια καὶ δὲν φροντίζει
νὰ πείσει τοὺς ἀνθρώπους ὅτι συκοφαντήθηκε ἀλλὰ ζητᾶ συγχώρηση». –
Ἀββᾶς Ἰσαὰκ
«Γιὰ νὰ καταλάβεις πόσο σπουδαῖο ἀγαθὸ εἶναι ἡ ταπείνωση, φτιάξε μὲ
τὴν φαντασία σου δύο ἁμάξια καὶ ζεῦξε στὸ ἕνα τὴν ἀρετὴ μὲ τὴν
ὑπερηφάνεια καὶ στὸ ἄλλο τὴν ἁμαρτωλότητα μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη.

5

Καὶ θὰ δεῖς ὅτι τὸ ζεῦγος τῆς ἁμαρτωλότητας θὰ ξεπεράσει τὴν ἀρετή. Καὶ
αὐτό, ὄχι φυσικὰ ἀπὸ τὴν δική του ἱκανότητα, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν δύναμη τῆς
ταπεινοφροσύνης, ποὺ πάει μαζί της. Τὸ ἄλλο ζευγάρι πάλι θὰ
καθυστερήσει ὄχι ἀπὸ τὴν ἀδυναμία τῆς ἀρετῆς, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ὑπέρογκο
βάρος τῆς ὑπερηφάνειας. Διότι ὅπως ἡ ταπεινοφροσύνη μὲ τὸ μεγάλο
πνευματικὸ ὕψος νικᾶ τὴν βαρύτητα τῆς ἁμαρτίας καὶ κατορθώνει νὰ
ἀνέβει στὸν οὐρανό, ἔτσι καὶ ἡ ὑπερηφάνεια, μὲ τὸ ὑπέρογκο βάρος της,
κατορθώνει νὰ ὑπερνικήσει τὴν ἀνάλαφρη ἀρετὴ καὶ νὰ τὴν τραβήξει
πρὸς τὰ κάτω μὲ εὐκολία». – Μέγας Βασίλειος
«Προτιμότερη εἶναι ἡ πτώση μὲ ταπεινοφροσύνη, παρὰ νίκη μὲ
ὑπερηφάνεια». – Ἀπὸ τὸ Γεροντικὸ
«Προτιμῶ ἄνθρωπο ἁμαρτωλό, ποὺ ἀναγνωρίζει τὸ σφάλμα του καὶ
ταπεινώνεται, παρὰ ἐνάρετο μὲ αὐταρέσκεια». – Ἀββᾶς Σαρματίας
«Πρὶν ἀπὸ κάθε ἄλλο, ἔχουμε ἀνάγκη τὴν ταπεινοφροσύνη. Ἂς εἴμεθα
ἕτοιμοι νὰ λέμε ἀμέσως στὸν ἀδελφό μας σὲ κάθε περίσταση
«συγχώρεσέ με». Ἡ ταπεινοφροσύνη ἐξαφανίζει ὅλες τὶς παγίδες τοῦ
διαβόλου». – Ἀββᾶς Ἠσαΐας ὁ Ἀναχωρητὴς
«Ρώτησαν κάποιο Γέροντα πότε ἀποκτᾶ ὁ ἄνθρωπος ταπείνωση. – Ὅταν
θυμᾶται τὶς ἁμαρτίες τοῦ συνεχῶς, ἀποκρίθηκε». – Ἀπὸ τὸ Γεροντικὸ
«Κράτα διαρκῶς στὸ νοῦ καὶ στὴν καρδιά σου τὰ λόγια του τελώνη: «Ὁ
Θεὸς ἰλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλω» Μόνο μὲ τὴν ταπείνωση θὰ βρεῖς
σωτηρία». – Ἀββᾶς Ἀμμωνᾶς
«Εἶδα κάποτε ἁπλωμένες στὴ γῆ ὅλες τὶς παγίδες τοῦ διαβόλου καὶ
τρόμαξα. – Ποιὸς τάχα μπορεῖ νὰ τὶς ξεφύγει; Ἔλεγα ἀναστενάζοντας.
Ἄκουσα τότε μυστηριώδη φωνὴ νὰ μοῦ ἀποκρίνεται: – Ὁ ταπεινόφρων».
–Μέγας Ἀντώνιος
«Τί πρέπει νὰ κάνεις γιὰ νὰ βρεῖς τὴν σωτηρία σου; Νὰ παραδέχεσαι τὰ
σφάλματά σου μὲ συντριμμένη καρδιὰ καὶ νὰ ταπεινώνεσαι μπροστὰ στὸ
Θεό. Νὰ ὑπομένεις ἐπίσης καρτερικά τους πειρασμούς, πού σοῦ
συμβαίνουν, καὶ νὰ εἶσαι βέβαιος πὼς θὰ σωθεῖς». – Μέγας Ἀντώνιος
«Σημάδι τῆς ταπεινοφροσύνης εἶναι ὅτι, ἐνῷ ἔχει κανεὶς κάθε σωματικὴ
καὶ ψυχικὴ ἀρετή, νομίζει πὼς χρωστᾶ περισσότερα στὸ Θεό, γιατί μὲ τὴ

6

χάρη Του ἔλαβε πολλὰ χωρὶς νὰ εἶναι ἄξιος. Καὶ ἂν τοῦ ἔρθει κάποιος
πειρασμός, εἴτε ἀπὸ δαίμονες, εἴτε ἀπὸ ἀνθρώπους, θεωρεῖ τὸν ἑαυτὸ
τοῦ ἄξιο γι’ αὐτὸν καὶ γιὰ ἄλλους ἀκόμα περισσότερους, ὥστε νὰ
ἐξοφληθεῖ λίγο ἀπὸ τὸ χρέος του. Κι ἂν δὲν πάθει κάτι τέτοιο, θλίβεται
πολὺ καὶ ἀγωνιᾶ καὶ ζητᾶ νὰ βρεῖ τρόπο νὰ ἐξαναγκάσει τὸν ἑαυτό του».
– Ἅγιος Μάρκος ὁ Ἀσκητὴς
«Ὅποιος ἔχει ταπεινοφροσύνη καὶ ἐργασία πνευματική, ὅσα διαβάζει
στὶς θεῖες Γραφές, ὅλα θὰ τὰ ἐννοήσει γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ ὄχι γιὰ τὸν
ἄλλον». – Ἅγιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνὸς
«Οἱ ταπεινοὶ ἄνθρωποι ζοῦν συνεχῶς μὲ τὴ συναίσθηση καὶ τὸ χρέος τῶν
ἁμαρτιῶν τους. Ὅσο περισσότερο αὐξάνουν οἱ δωρεὲς τοῦ Θεοῦ στοὺς
ἀνθρώπους, τόσο περισσότερο ταπεινώνουν τὸν ἑαυτό τους μὲ τὴ σκέψη
ὅτι εἶναι ἀνάξιοι γιὰ ἕνα τέτοιο πλοῦτο». – Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης
«Ὅλα ὅσα βλέπονται τὰ φωτίζει ὁ ἥλιος καὶ ὅλα ὅσα γίνονται μὲ λογικὴ
τὰ ἐνισχύει ἡ ταπείνωση. Ὅταν ἀπουσιάζει τὸ φῶς, ὅλα εἶναι σκοτεινὰ
καὶ ὅταν ἀπουσιάζει ἡ ταπείνωση ὅλα τὰ κατορθώματά μας εἶναι
ἄχρηστα». – Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης
«Ἡ ἀναισθησία τῆς καρδιᾶς κατὰ τὴν προσευχὴ ὀφείλεται στὴν
ὑπερηφάνεια ἐνῷ ἡ θέρμη της δείχνει ταπείνωση». – Ἅγιος Ἰωάννης τῆς
Κονστάνδης
«Ὅποιος πειρασμὸς κι ἂν βρεῖ τὸν ταπεινόφρονα, νικᾶ γιατί σωπαίνει». –
Ἀββᾶς Ποιμὴν
«Ἡ Ταπεινοφροσύνη εἶναι ἡ πύλη τοῦ οὐρανοῦ. Διὰ μέσου αὐτῆς μπῆκαν
οἱ Πατέρες μας στὴν πόλη τοῦ Θεοῦ». –Ἀββᾶς Ἰωάννης
«ὁ ταπεινόφρων ἐν ἀληθείᾳ ἀδικούμενος οὐ ταράττεται». – Ἰσαὰκ ὁ
Σύρος
«Κάθε πρωὶ ὁ Θεὸς εὐλογεῖ τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὸ ἕνα χέρι. Ὅταν βλέπει
ταπεινὸ ἄνθρωπο τὸν εὐλογεῖ μὲ τὰ δύο χέρια». – πάπα – Τύχωνας
«Ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ταπεινοφροσύνη καὶ φόβο Θεοῦ ὅπως κι
ἀπὸ τὸν ἀέρα ποὺ ἀναπνέει». – Μέγας Ἀντώνιος
«Ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀληθινὴ ταπείνωση εἶναι ἡ ἐγκράτεια, ἡ
προσευχὴ καὶ ἡ αὐταπάρνηση». – Ἀββᾶς Σισώης

Πηγή: www.agiosminas.gr

7

Λόγος του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου περί αγάπης
Ο Κύριος είπε: « Όπου είναι συναγμένοι δυο ή τρεις στο όνομά
μου ,εκεί είμαι κι εγώ ανάμεσά τους » ( Ματθ. 18: 20 ) . Ώστε
λοιπόν, δεν βρίσκονται δυο-τρεις ενωμένοι στο όνομά Του;
Βρίσκονται, αλλά σπάνια. Άλλωστε δεν μιλάει για μιαν απλή τοπική
σύναξη και ένωση ανθρώπων. Δεν ζητάει μόνο αυτό. Θέλει, μαζί με
την ένωση, να υπάρχουν στους συναγμένους και οι άλλες αρετές.
Με αυτά τα λόγια, δηλαδή, θέλει να πει: « Αν κάποιος θα έχει
εμένα σαν βάση και προϋπόθεση της αγάπης του στο πλησίον ,και
μαζί με αυτή την αγάπη έχει και τις άλλες αρετές, τότε θα είμαι
μαζί του » . Τώρα όμως οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν άλλα
κίνητρα. Δεν βασίζουν στο Χριστό την αγάπη τους. Ο ένας αγαπάει
κάποιον γιατί κι εκείνος του δείχνει αγάπη. Ο άλλος αγαπάει
εκείνον που τον τίμησε. Και ο άλλος αγαπάει εκείνον που του
φάνηκε χρήσιμος σε μιαν υπόθεσή του. Είναι δύσκολο να βρεις
κάποιον που να αγαπάει τον πλησίον μόνο για χάρη του Χριστού,
γιατί σύνδεσμος των ανθρώπων είναι συνήθως τα υλικά
συμφέροντα. Μια αγάπη, όμως ,με τέτοια ελατήρια ,είναι χλιαρή
και πρόσκαιρη. Με το παραμικρό πρόβλημα – υβριστικό λόγο,
χρηματική ζημιά, ζήλεια, φιλοδοξία ή κάτι άλλο παρόμοιο- η αγάπη
αυτή, που δεν έχει θεμέλιο πνευματικό, διαλύεται.
Απεναντίας, η αγάπη που έχει αιτία και θεμέλιο το Χριστό, είναι
σταθερή και ακατάλυτη. Τίποτα δεν μπορεί να τη διαλύσει, ούτε
συκοφαντίες, ούτε κίνδυνοι, ούτε και απειλή θανάτου ακόμα.
Εκείνος που έχει τη χριστιανική αγάπη ,όσα δυσάρεστα κι αν πάθει
από έναν άνθρωπο, δεν παύει να τον αγαπάει. Γιατί δεν
επηρεάζεται από τα όποια παθήματά του ,αλλά εμπνέεται από την
Αγάπη, το Χριστό. Για αυτό και η χριστιανική αγάπη, όπως έλεγε ο

8
Παύλος, ποτέ δεν ξεπέφτει.
Και τι μπορείς ,αλήθεια, να επικαλεστείς ως αιτία, για να πάψεις να
αγαπάς το συνάνθρωπό σου ; Το ότι , ενώ εσύ τον τιμούσες, αυτός
σε έβρισε; Ή το ότι , ενώ εσύ τον ευεργέτησες ,αυτός θέλησε να σε
βλάψει; Μα αν τον αγαπάς για τον Χριστό, αυτές οι αιτίες θα σε
κάνουν όχι να τον μισήσεις ,αλλά να τον αγαπήσεις περισσότερο.
Γιατί όλα όσα καταργούν τη συνηθισμένη συμφεροντολογική
αγάπη ,δυναμώνουν τη χριστιανική αγάπη. Πως; Πρώτον, επειδή
όποιος σου φέρεται εχθρικά ,σου εξασφαλίζει αμοιβή από τον Θεό.
Και δεύτερον, επειδή αυτός, ως πνευματικά άρρωστος ,χρειάζεται
τη συμπάθεια και τη συμπαράστασή σου...
Έτσι , λοιπόν , όποιος έχει χριστιανική αγάπη, εξακολουθεί να
αγαπάει τον πλησίον ,είτε αυτός τον μισεί ,είτε τον βρίζει είτε τον
απειλεί, με την ικανοποίηση ότι αγαπάει για τον Χριστό αλλά και
μιμείται τον Χριστό, που τέτοιαν αγάπη έδειξε στους εχθρούς Του.
Όχι μόνο θυσιάστηκε για κείνους που Τον μίσησαν και Τον
σταύρωσαν ,μα και παρακαλούσε τον Πατέρα Του να τους
συγχωρέσει: « Πατέρα, συγχώρεσέ τους ,δεν ξέρουν τι κάνουν » (
Λουκ. 23: 34 ) .
Η αγάπη ,επίσης ,δεν ξέρει τι θα πει συμφέρον . Για αυτό ο Παύλος
μας συμβουλεύει: « Κανείς να μην επιδιώκει ό,τι βολεύει τον ίδιο
,αλλά ό,τι βοηθάει τον άλλο » ( Α ́ Κορ. 10: 24 ) . Μα ούτε και
ζήλεια γνωρίζει η αγάπη ,γιατί όποιος αγαπάει αληθινά, θεωρεί τα
καλά του πλησίον σαν δικά του. Έτσι η αγάπη σιγά-σιγά μεταβάλλει
τον άνθρωπο σε άγγελο. Αφού τον απαλλάξει από το θυμό ,το
φθόνο και κάθε άλλο τυραννικό πάθος ,τον βγάζει από την
ανθρώπινη φυσική κατάσταση και τον εισάγει στην κατάσταση της
αγγελικής απάθειας.

9

Πως γεννιέται όμως μέσα στην ψυχή του ανθρώπου η αγάπη; Η
αγάπη είναι καρπός της αρετής. Αλλά και η αγάπη ,με τη σειρά της,
γεννάει την αρετή. Και να πως γίνεται αυτό: Ο ενάρετος δεν
προτιμάει τα χρήματα από την αγάπη στο συνάνθρωπό του. Δεν
είναι μνησίκακος. Δεν είναι άδικος. Δεν είναι κακολόγος. Όλα τα
υπομένει με ψυχική γενναιότητα . Από αυτά προέρχεται η αγάπη.
Το ότι από την αρετή γεννιέται η αγάπη ,το φανερώνουν τα λόγια
του Κυρίου: « όταν θα πληθύνει η κακία, θα ψυχρανθεί η αγάπη »
( Ματθ. 24: 12 ) . Και το ότι από την αγάπη πάλι γεννιέται η αρετή,
το φανερώνουν τα λόγια του Παύλου: « Όποιος αγαπάει τον άλλο
,έχει τηρήσει το σύνολο των εντολών του Θεού » ( Ρωμ. 13: 8 ) . Ένα
από τα δύο, λοιπόν, απαιτείται ,η αγάπη ή αρετή. Όποιος έχει το
ένα, οπωσδήποτε θα έχει και το άλλο. Και αντίθετα: Όποιος δεν
αγαπάει ,θα κάνει και το κακό. Και όποιος κάνει το κακό, δεν
αγαπάει. Την αγάπη, επομένως, ας προσπαθήσουμε να
αποκτήσουμε ,γιατί είναι ένα φρούριο, που μας προφυλάσσει από
κάθε κακό...
Ο απόστολος δεν είπε απλά « αγαπάτε » ,αλλά « επιδιώκετε την
αγάπη » ( Α ́ Κορ. 14 :1 ) ,καθώς απαιτείται μεγάλος αγώνας για
να την αποκτήσουμε . Η αγάπη τρέχει γοργά και εξαφανίζεται,
γιατί πολλά πράγματα του κόσμου τούτου την καταστρέφουν. Ας
την επιδιώκουμε, ας τρέχουμε συνεχώς από πίσω της ,για να τη
συλλάβουμε ,πριν προφθάσει να μας φύγει.
Ο Παύλος μας αναφέρει και τους λόγους για τους οποίους πρέπει
να αγαπάμε ο ένας τον άλλο, λέγοντας: « Να δείχνετε με στοργή
την αδελφική αγάπη σας για τους άλλους » ( Ρωμ. 12: 10 ) . Θέλει
να πει: Είστε αδέλφια και για αυτό πρέπει να έχτε αγάπη αδελφική
μεταξύ σας . Αυτό είπε και ο Μωυσής στους Εβραίους εκείνους που

10

φιλονικούσαν στην Αίγυπτο: « Γιατί μαλώνετε; Αδέλφια είστε » (
πρβλ. Εξ. 2:13 ) . Αξιοπαρατήρητο είναι το ότι ο απόστολος ενώ
συμβουλεύει τους χριστιανούς στις μεταξύ τους σχέσεις να
δείχνουν στοργή και αγάπη αδελφική ο ένας για τον άλλον ,όταν
αναφέρεται στις σχέσεις των χριστιανών με τους άπιστους ,λέει
κάτι διαφορετικό: « Όσο εξαρτάται από σας, να ζείτε ειρηνικά με
όλους τους ανθρώπους » ( Ρωμ. 12: 18 ) . Στην περίπτωση των
απίστων, δηλαδή, ζητάει να μη φιλονικούμε μαζί τους ,να μην τους
μισούμε , να μην τους περιφρονούμε, ενώ στην περίπτωση των
αδελφών μας χριστιανών ζητάει επιπλέον στοργή, φιλαδελφία,
αγάπη ειλικρινή και ανυπόκριτη ,αγάπη θερμή και μόνιμη.
Πώς όμως ,θα είναι μόνιμη η αγάπη; Μας το υποδεικνύει και αυτό
ο απόστολος ,λέγοντας: « Να συναγωνίζεστε ποιος θα τιμήσει
περισσότερο τον άλλο » ( Ρωμ. 12: 10 ) . Με αυτόν τον τρόπο και
δημιουργείται η αγάπη και μόνιμα παραμένει. Γιατί στα αλήθεια
δεν υπάρχει καλύτερο μέσο για τη διατήρηση της αγάπης ,όσο το
να παραχωρούμε στον άλλο τα πρωτεία της τιμής. Έτσι και η αγάπη
γίνεται ζωηρή και η αλληλοεκτίμηση βαθειά.
Πέρα από την τιμή, χρειάζεται ακόμα να δείχνουμε ενδιαφέρον για
τα προβλήματα του άλλου ,γιατί ο συνδυασμός της τιμής με το
ενδιαφέρον δημιουργεί τον πιο θερμή αγάπη. Δεν φτάνει να
αγαπάμε μόνο με την καρδιά, αλλά είναι απαραίτητα κι αυτά τα
δύο, τιμή και ενδιαφέρον, που είναι της αγάπης εκδηλώσεις , αλλά
και συνάμα προϋποθέσεις. Γεννιούνται από την αγάπη, αλλά και
γεννούν αγάπη...
Πρέπει να γνωρίζουμε πως η αγάπη δεν είναι κάτι το προαιρετικό.
Είναι υποχρέωση. Οφείλεις να αγαπάς τον αδελφό σου ,τόσο γιατί

11

έχεις πνευματική συγγένεια με αυτόν, όσο και γιατί είστε μέλος ο
ένας του άλλου. Αν λείψει η αγάπη ,έρχεται η καταστροφή.
Οφείλεις να αγαπάς τον αδελφό σου και για έναν άλλο λόγο: Γιατί
έχεις κέρδος και ωφέλεια , αφού με την αγάπη τηρείς όλο το νόμο
του Θεού. Έτσι ο αδελφός, που αγαπάς, γίνεται ευεργέτης σου. Και
πράγματι, το « μη μοιχεύσεις, μη φονεύσεις, μην κλέψεις, μην
επιθυμήσεις και όλες γενικά οι εντολές συνοψίζονται σε τούτη τη
μία, το να αγαπήσεις τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου » ( Ρωμ,
13: 9).
Και ο ίδιος ο Χριστός βεβαίωσε ,ότι όλος ο νόμος και η διδασκαλία
των προφητών συνοψίζονται στην αγάπη ( Ματθ. 22 : 40 ) . Και
κοίτα πόσο ψηλά την έβαλε: Καθόρισε δύο εντολές αγάπης και τα
όρια της καθεμιάς. Η πρώτη, είπε, είναι το να αγαπάς τον Κύριο, το
Θεό σου. Και η δεύτερη ,το ίδιο σπουδαία είναι, είναι το να αγαπάς
τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου ( Ματθ. 22 : 37- 39 ) . Τι
μπορεί να φτάσει τη φιλανθρωπία και την καλοσύνη του Χριστού!
Την αγάπη σε Αυτόν, μολονότι είμαστε ανυπολόγιστα κατώτεροί
Του, την εξισώνει με την αγάπη στο συνάνθρωπό μας. Για αυτό και
τα όρια των δύο αυτών εντολών αγάπης σχεδόν ταυτίζονται. Για
την πρώτη, στο Θεό, είπε « μ’ όλη σου την καρδιά σου και με όλη
την ψυχή σου » ( Ματθ. 22 : 37 ) . Και για τη δεύτερη ,στο
πλησίον, είπε « όπως τον εαυτό σου » ( Ματθ. 22: 39 ) . Και είναι
αυτονόητο ,ότι χωρίς τη δεύτερη δεν ωφελεί καθόλου η πρώτη.
Άλλωστε ,όπως λέει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, « αν κάποιος πει πως
αγαπάει το Θεό, μισεί όμως τον αδελφό του, είναι ψεύτης. Όποιος
αγαπάει το Θεό, πρέπει να αγαπάει και τον αδελφό του » ( Α ́ Ιω. 4
: 20- 21 ) .
Όποιος έχει αγάπη ,δεν κάνει κακό στον πλησίον. Αφού η αγάπη
είναι η εκπλήρωση όλων των εντολών του Θεού, έχει δυο

12

πλεονεκτήματα ,την αποφυγή του κακού από τη μια και την
επιτέλεση του καλού από την άλλη. Και εκπλήρωση όλων των
εντολών ονομάζεται ,όχι μόνο γιατί αποτελεί σύνοψη όλων των
χριστιανικών καθηκόντων μας ,αλλά και γιατί κάνει εύκολη την
εκπλήρωσή τους...
Η αγάπη αποτελεί χρέος ,που μένει πάντα ανεξόφλητο. Όσο
εργαζόμαστε για την απόδοσή του ,τόσο αυτό αυξάνεται. Όταν
πρόκειται για οφειλές χρημάτων, θαυμάζουμε όσους δεν έχουν
χρέη ,ενώ, όταν πρόκειται για την οφειλή της αγάπης
,καλοτυχίζουμε εκείνους που χρωστάνε πολλά. Για αυτό και ο
απόστολος Παύλος γράφει: « Μην αφήνετε κανένα χρέος σε
κανέναν, εκτός βέβαια από την αγάπη ,που την οφείλετε πάντα ο
ένας στον άλλο » ( Ρωμ. 13 : 8 ) . Θέλει με αυτά τα λόγια να μας
διδάξει ,ότι το χρέος της αγάπης πρέπει πάντα να το εξοφλούμε και
συνάμα να το οφείλουμε. Ποτέ μάλιστα να μην πάψουμε να το
οφείλουμε ,όσο βρισκόμαστε σε τούτη τη ζωή. Γιατί όσο βαρύ και
δυσβάσταχτο είναι το να οφείλει κανείς χρήματα, άλλο τόσο
αξιοκατάκριτο είναι το να μη χρωστάει αγάπη. Η αγάπη είναι ένα
χρέος που παραμένει όπως είπα, πάντα ανεξόφλητο. Γιατί αυτό το
χρέος είναι που περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο συγκροτεί τη
ζωή μας και μας συνδέει στενότερα.
Κάθε καλή πράξη είναι της αγάπης καρπός. Για αυτό και ο Κύριος
αναφέρθηκε πολλές φορές στην αγάπη. « Έτσι θα σας ξεχωρίζουν
όλοι πως είστε μαθητές μου » , είπε, « αν έχετε αγάπη ο ένας για
τον άλλο » ( Ιω. 13: 35 ) .
Όπως σε όλη μας τη ζωή τρέφουμε το σώμα μας ,έτσι πρέπει να
αγαπάμε τους συνανθρώπους μας, με περισσότερο μάλιστα ζήλο
από αυτόν της τροφοδοσίας του σώματος ,γιατί η αγάπη οδηγεί

13

στη αιώνια ζωή και δεν θα πάψει να υπάρχει ποτέ.
Την αναγκαιότητα της αγάπης τη μαθαίνουμε όχι μόνο από τα
λόγια του Θεού ,αλλά κι από τα έργα Του. Ένα τέτοιο μάθημα είναι
ο τρόπος της δημιουργίας μας. Ο Θεός ,δημιουργώντας τον πρώτο
άνθρωπο, καθόρισε να προέλθουν από αυτόν όλοι οι άλλοι ,για να
θεωρούμαστε όλοι σαν ένας άνθρωπος, και να συνδεόμαστε με την
αγάπη του. Τον αγαπητικό σύνδεσμο όλων των ανθρώπων επέβαλε
σοφά με τις συναλλαγές ,που αναγκαζόμαστε να έχουμε μεταξύ
μας. Γιατί έδωσε πλήθος αγαθών στον κόσμο ,όχι όμως όλα
παντού, αλλά σε κάθε χώρα ορισμένα είδη. Έτσι είμαστε
υποχρεωμένοι να ερχόμαστε σε δοσοληψίες ,δίνοντας όσα μας
περισσεύουν και παίρνοντας ό,τι έχουμε ανάγκη ,και να αγαπάμε
τους συνανθρώπους μας.
Το ίδιο έκανε ο Θεός και σε κάθε άνθρωπο ξεχωριστά. Δεν
επέτρεψε στον καθένα να έχει όλες τις γνώσεις, αλλά στον ένα να
έχει γνώσεις ιατρικής, στον άλλο οικοδομικής, στον άλλο κάποιας
άλλης επιστήμης ή τέχνης κ.ο.κ. ,για να έχουμε ο ένας την ανάγκη
του άλλου και έτσι να αγαπάμε ο ένας τον άλλο.
Το ίδιο γίνεται και στα πνευματικά χαρίσματα ,όπως λέει ο
απόστολος: « Στον ένα το Άγιο Πνεύμα δίνει το χάρισμα να μιλάει
με θεϊκή σοφία, σε έναν άλλο να μιλάει με θεϊκή γνώση, σε άλλον
να θεραπεύει ασθένειες ,σε άλλον να μιλάει διάφορα είδη
γλωσσών και σε άλλον να εξηγεί αυτές τις γλώσσες» ( Α ́ Κορ. 12 :8
- 10 ) ...
Επειδή όμως τίποτα δεν είναι ανώτερο από την αγάπη, την έβαλε
πάνω από όλα λέγοντας: « Αν μπορώ να λαλώ όλες τις γλώσσες των
ανθρώπων ,ακόμα και των αγγέλων, αλλά δεν έχω αγάπη για τους
άλλους, τα λόγια μου ακούγονται σαν ήχος χάλκινης καμπάνας ή
σαν κυμβάλου αλαλαγμός. Κι αν έχω της προφητείας το χάρισμα

14

και κατέχω όλα τα μυστήρια και όλη τη γνώση, κι αν έχω ακόμα
όλη την πίστη ώστε να μετακινώ βουνά ,αλλά εν έχω αγάπη, είμαι
ένα τίποτα » ( Α ́ Κορ. 13 : 1 - 2 ) . Και δεν στάθηκε ως εδώ ,αλλά
πρόσθεσε ότι κι αυτός ο θάνατος για την πίστη είναι ανώφελος ,αν
λείπει η αγάπη ( Α ́ Kορ. 13 : 3 ) . Για ποιο λόγο τόνισε τόσο πολύ
τη σημασία της αγάπης; Επειδή γνώριζε ,σαν σοφός γεωργός των
ψυχών μας, πως, όταν η αγάπη ριζώσει καλά μέσα μας , θα
ξεπροβάλουν από αυτήν, σαν άλλα βλαστάρια, όλες οι αρετές.
Γιατί ,όμως, να αναφέρουμε τα μικρά επιχειρήματα για τη
σπουδαιότητα της αγάπης και να παραλείπουμε τα μεγάλα; Από
αγάπη ήρθε κοντά μας ο Υιός του Θεού κι έγινε άνθρωπος ,για να
καταργήσει την πλάνη της ειδωλολατρίας, να φέρει την αληθινή
θεογνωσία και να μας χαρίσει την αιώνια ζωή, όπως λέει και ο
ευαγγελιστής Ιωάννης: « Τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο
,ώστε παρέδωσε στον θάνατο τον μονογενή του Υιό , για να μη
χαθεί όποιος πιστεύει σε Αυτόν, αλλά να έχει ζωή αιώνια » ( Ιω. 3:
16 ) . Από την αγάπη φλογισμένος ο Παύλος είπε τα ουράνια τούτα
λόγια: « Τι λοιπόν μπορεί να μας χωρίσει από την αγάπη του
Χριστού; Μήπως τα παθήματα, οι στενοχώριες, οι διωγμοί, η πείνα,
η γύμνια, οι κίνδυνοι ή ο μαρτυρικός θάνατος; » . ( Ρωμ.8 : 35 ) .
Και αφού αδιαφόρησε για όλες αυτές τις δυσκολίες ,θεωρώντας
τες ανίσχυρες, ανέφερε τις πιο φοβερές , περιφρονώντας τες κι
αυτές: « Ούτε θάνατος ούτε ζωή ούτε άγγελοι ούτε παρόντα ούτε
μέλλοντα ούτε κάτι άλλο ,είτε στον ουρανό είτε στον άδη, ούτε
κανένα άλλο δημιούργημα θα μπορέσουν ποτέ να μας χωρίσουν
από την αγάπη του Θεού, όπως αυτή φανερώθηκε στο πρόσωπο
του Ιησού Χριστού, του Κυρίου μας » ( Ρωμ. 8: 38-39 ) ...
Η αγάπη σου παρουσιάζει τον πλησίον σαν άλλο εαυτό σου ,σε
διδάσκει να χαίρεσαι για την ευτυχία εκείνου, σαν να είναι δική

15

σου ευτυχία, και να λυπάσαι για τις συμφορές του, σαν να είναι
δικές σου συμφορές. Η αγάπη κάνει ένα σώμα τους πολλούς και
δοχεία του Αγίου Πνεύματος τις ψυχές τους. Γιατί το πνεύμα της
ειρήνης δεν αναπαύεται εκεί που βασιλεύει η διαίρεση, αλλά εκεί
που επικρατεί ενότητα ψυχών. Η αγάπη, επίσης, κάνει κοινά σε
όλους τα αγαθά του καθενός ,όπως βλέπουμε στις πράξεις των
Αποστόλων: « Όλοι οι πιστοί είχαν μια καρδιά και μια ψυχή. Κανείς
δεν θεωρούσε ότι κάτι από τα υπάρχοντα του ήταν δικό του ,αλλά
όλα τα είχαν κοινά » ( Πραξ. 4 : 32 ) .
Εκτός από αυτά, η αγάπη χαρίζει στους ανθρώπους μεγάλη
δύναμη. Δεν υπάρχει κάστρο τόσο γερό, αχάλαστο και άπαρτο από
τους εχθρούς. Όσο είναι ένα σύνολο ανθρώπων αγαπημένων και
σφιχτοδεμένων με τον καρπό της αγάπης, την ομόνοια. Και του
διαβόλου ακόμα τις επιθέσεις μπορούν να αποκρούουν ,γιατί,
αντιμετωπίζοντας τον ενωμένοι, γίνονται αήττητοι
,εξουδετερώνουν τα τεχνάσματά του και στήνουν λαμπρά τρόπαια
της αγάπης. Όπως οι χορδές της λύρας ,μολονότι είναι πολλές
,δίνουν έναν γλυκύτατο ήχο, καθώς συνεργάζονται όλες αρμονικά
κάτω από τα δάχτυλα του μουσικού, έτσι κι εκείνοι που έχουν
ομόνοια ,σαν άλλη λύρα αγάπης ,δίνουν μια θαυμάσια μελωδία.
Για αυτό ο Παύλος συμβουλεύει τους πιστούς να επιδιώκουν σε
κάθε περίσταση την ομοφροσύνη , να θεωρούν τους άλλους
ανώτερους από τον εαυτό τους, για να μη διαλύεται η αγάπη από
την κενοδοξία ,να είναι μονοιασμένοι ,να τιμούν ο ένας τον άλλο,
να υπηρετούν ο ένας τον άλλο.
Η αγάπη μας κάνει άμεμπτους ,γιατί εμποδίζει την πλεονεξία, τη
λαγνεία, το φθόνο και άλλα πάθη να κυριέψουν την ψυχή. Γενικά,
δεν υπάρχει πάθος, δεν υπάρχει αμάρτημα που να μην το
καταστρέφει η αγάπη. Ευκολότερα μπορεί να γλυτώσει από του

16

καμινιού τις φλόγες ένα ξερό κλαράκι, παρά από της αγάπης τη
φωτιά η αμαρτία. Αν ,λοιπόν, φυτέψουμε την αγάπη στην καρδιά
μας ,θα είμαστε άγιοι. Ναι ,γιατί όλοι οι άγιοι με την αγάπη
ευαρέστησαν το Θεό, Για ποιο λόγο ο Άβελ έγινε θύμα φόνου και
όχι φονιάς; Γιατί είχε σφοδρή αγάπη στον αδελφό του και δεν
μπορούσε να του κάνει κακό ούτε όταν εκείνος τον σκότωνε. Και
ποιόν λόγο ο Κάιν φθόνησε τον Άβελ και τον θανάτωσε; Γιατί στην
ψυχή του δεν είχε αγάπη . Για ποιο λόγο οι δυο γιοι του Νώε ,ο Σημ
και ο Ιάφεθ ,απέκτησαν καλή φήμη; Γιατί αγαπούσαν πολύ τον
πατέρα τους και δεν ανέχονταν να τον δουν γυμνό. Και τον τρίτο,
τον Χαμ γιατί τον καταράστηκε ο Νώε; Γιατί δεν αγαπούσε τον
πατέρα του και τον περιγέλασε. Μα και του Αβραάμ η μεγάλη
φήμη που οφείλεται; Στην αγάπη που έδειξε τόσο στον ανηψιό του
Λωτ όσο και στους Σοδομίτες, που για τη σωτηρία τους
μεσολάβησε στο Θεό ... ]

Από το βιβλίο « Θέματα ζωής» Α ́
ΑΠΟ ΤΙΣ ΟΜΙΛΙΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
Ιερά Μονή Παρακλήτου
Ωρωπός Αττικής 2003

Λόγος του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου περι της υπομονής
στις θλίψεις
Ὁμιλία στὸ Ἀποστολικὸ ρητό: «Τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεόν, πάντα

συνεργεῖ εἰς ἀγαθὸν»

1. Ο Ἀπόστολος λέει: “Γνωρίζουμε ὅτι σ’ ἐκείνους ποὺ ἀγαποῦν
τὸν Θεό, ὅλα συνεργοῦν γιὰ τὸ καλό τους” (Ρωμ. 8, 28). Τί ἄραγε νὰ
θέλει νὰ πεῖ μ’ αὐτὸ ὁ Ἀπόστολος; Γιατί ἡ μακαρία αὐτὴ ψυχὴ δὲν

17

λέει ποτὲ κάτι χωρὶς λόγο, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ στολίσει τὴν ὁμιλία,
ἀλλὰ προσφέρει πάντα τα λόγια του, ὡς κατάλληλα πνευματικὰ
φάρμακα, ποὺ γιατρεύουν τὰ διάφορα πάθη.
Τί νὰ σημαίνουν ὅμως, αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου;
Ξέρουμε ὅτι τότε εἶχαν πέσει στοὺς νεοφώτιστούς της Ἐκκλησίας
πολλοὶ πειρασμοί. Βάσανα ἔζωναν ἀπὸ παντοῦ ὅσους προσέρχονταν
στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἐχθρὸς εὕρισκε διαρκῶς καινούργια
τεχνάσματα καὶ συνεχεῖς ἐπιβουλές, ἰδιαίτερα μάλιστα, ἐνάντια
στοὺς ἀνθρώπους ποὺ διακονοῦσαν τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου.
Ἔτσι, ἄλλοι ρίχνονταν στὶς φυλακές, ἄλλους τοὺς ἐξόριζαν καὶ
ἄλλους τοὺς ὁδηγοῦσαν σὲ χίλια μύρια ἄλλα βασανιστήρια.
Γι’ αὐτὸ ὁ ἀπόστολος Παῦλος, κάνει τώρα μὲ τὸ λόγο του, ὅπως
ἀκριβῶς θὰ ‘κανε καὶ ἕνας καλὸς στρατηγός, ποὺ βλέπει τὸν
ἀντίπαλό του ὀργισμένο καὶ ἕτοιμο νὰ ἐπιτεθεῖ. Ὁ στρατηγός,
συνήθως πρὶν ἀπὸ τὴ μάχη, περιέρχεται τὸ στρατόπεδο καὶ συναντᾶ
τοὺς στρατιῶτες, τοὺς ὁποίους ἐνισχύει μὲ κάθε τρόπο. Τοὺς
ἐνθαρρύνει δηλαδὴ καὶ τοὺς προετοιμάζει γιὰ τὴ μάχη, διεγείροντας
τὴν προθυμία τους γιὰ τὸν ἀγώνα. Τοὺς διδάσκει νὰ μὴ φοβοῦνται
τὶς ἐχθρικὲς ἐπιδρομές, ἀλλὰ νὰ ἀντιστέκονται μὲ ἄκαμπτο φρόνημα
καὶ νὰ ἀντικρούουν τὶς ἐπιθέσεις χωρὶς φόβο.
Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο τώρα καὶ ὁ μακάριος ἀπόστολος Παῦλος, αὐτὴ
ἡ”οὐρανομήκης” ψυχή, ἐπειδὴ θέλει νὰ ἐνισχύσει τοὺς πιστοὺς καὶ
νὰ τοὺς τονώσει τὸ ἠθικό, πού, ὡς φαίνεται, εἶχε λίγο καμφθεῖ,
ἄρχισε τὸ λόγο του μὲ τὸ ρητό: “Γνωρίζουμε ὅτι σ’ ἐκείνους ποὺ
ἀγαποῦν τὸν Θεό, ὅλα συνεργοῦν γιὰ τὸ καλό τους”.
Πρόσεχε, νὰ κατανοήσεις τί ἀκριβῶς θέλει νὰ πεῖ μ’ αὐτὸ τὸ ρητὸ ὁ
Ἀπόστολος. Δὲν εἶπε βέβαια ὅτι ἐκείνους ποὺ ἀγαποῦν τὸν Θεό, δὲν
τοὺς βρίσκουν βάσανα καὶ πειρασμοί, ἀλλὰ εἶπε: “Γνωρίζουμε”,
δηλαδὴ εἴμαστε βέβαιοι γι’ αὐτό, ἡ πείρα μᾶς τὸ λέει καὶ ἔχουμε
ἀποδείξεις ἀδιάσειστες, ὅτι “σ’ ἐκείνους ποὺ ἀγαποῦν τὸν Θεό, ὅλα
συνεργοῦν γιὰ τὸ καλό τους”.
2. Να ξέρατε τί δύναμη κρύβει μέσα της αὐτὴ ἡ φράση! “Ὅλα
συνεργοῦν γιὰ τὸ καλό τους”. Φυσικὰ ὁ Ἀπόστολος, δὲν ἐννοεῖ μ’
αὐτὸ τὸ “ὅλα”, τὰ εὐχάριστα συμβάντα καὶ γεγονότα τῆς ζωῆς. Δὲν

18

ἐννοεῖ, ἀσφαλῶς, τὶς ἀνέσεις, τὴν καλοπέραση καὶ τὴν ἀσφάλεια,
ἀλλὰ ἀκριβῶς τὰ ἀντίθετα. Ἐννοεῖ, γιὰ παράδειγμα, τὶς ποικίλες
θλίψεις, τὶς φυλακές, τὶς ἐπιβουλές, τὶς καθημερινὲς ἐπιθέσεις καὶ
ὅλα τα βάσανα αὐτῆς τῆς ζωῆς.
Καταλαβαίνεις λοιπὸν τώρα, ἀγαπητέ μου, πόσο μεγάλη βαρύτητα,
ἔχει αὐτὸς ὁ λόγος. Καὶ γιὰ νὰ μὴν πᾶμε μακριά, ἃς δοῦμε κάτι ποὺ
συνέβη στὸν ἴδιο τὸν Ἀπόστολο Παῦλο. Τότε θὰ καταλάβουμε, ποιὸ
βάθος καὶ τί νόημα ἔχει αὐτὸς ὁ λόγος του.
Καθὼς μᾶς διηγεῖται στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων ὁ Εὐαγγελιστὴς
Λουκᾶς, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος περιερχόταν τὸν κόσμο, σπέρνοντας
παντοῦ τὸν Εὐαγγελικὸ λόγο. Ἀγωνιζόταν ὁ μακάριος νὰ ξεριζώσει
τὰ ἀγκάθια τῆς ἁμαρτίας ἀπὸ κάθε ψυχὴ καὶ νὰ φυτέψει, ἀντὶ γι’
αὐτά, τὸ σπόρο τῆς Ἀλήθειας.
Σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς πορεῖες τοῦ λοιπόν, ἔφτασε καὶ σὲ κάποια πόλη τῆς
Μακεδονίας. Ἐκεῖ κατοικοῦσε τότε μιὰ γυναίκα δούλη, ἡ ὁποία εἶχε
μέσα της «πονηρὸν πνεῦμα». Αὐτὴ περιδιάβαινε τοὺς τόπους,
θέλοντας, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ δαίμονα, νὰ κάνει φανερὴ τὴν
παρουσία καὶ τὸ ἔργο τῶν Ἀποστόλων.
Τὴ δούλη λοιπὸν αὐτή, τὴν ἐλευθέρωσε ὁ Ἀπόστολος, βγάζοντας
ἀπὸ μέσα της τὸ δαίμονα, μ’ ἕνα καὶ μόνο προστακτικὸ λόγο του.
Μετὰ ὅμως ἀπὸ αὐτὴ τὴ σπουδαία ἴαση, ἀντὶ νὰ βλέπουν οἱ κάτοικοι
ἐκείνης τῆς πόλης τοὺς Ἀποστόλους ὡς σωτῆρες καὶ εὐεργέτες καὶ
ἀντὶ νὰ προσπαθοῦν μὲ κάθε τρόπο νὰ τοὺς περιποιηθοῦν,
ἀνταμείβοντάς τους γιὰ τὴν τόσο μεγάλη εὐεργεσία, αὐτοὶ τοὺς
πλήρωσαν μὲ τὰ ἀντίθετα.
Καὶ δὲς ποιὰ ἦταν αὐτά: “Ὅταν εἶδαν”, λέει ὁ Εὐαγγελιστὴς
Λουκᾶς, “οἱ κύριοι ἐκείνης τῆς δούλης ὅτι δὲν θὰ εἶχαν πλέον
κανένα ἔσοδο, ἀπὸ τὶς ἀμοιβὲς ποὺ ἔπαιρνε ἡ δαιμονισμένη γιὰ τὶς
ἀποκαλύψεις της, ἐπίασαν τὸν Παῦλο καὶ τὸν Σίλα καὶ τοὺς ἔσυραν
βίαια στὴν ἀγορά, μὲ σκοπὸ νὰ τοὺς ὁδηγήσουν μπροστὰ στοὺς
ἄρχοντες τῆς πόλης. Μετά, ἀφοῦ τοὺς ἔδειραν πολύ, τοὺς ἔριξαν στὴ
φυλακή, δίνοντας συγχρόνως ἐντολὴ στὸν δεσμοφύλακα νὰ τοὺς
ἐπιτηρεῖ αὐστηρὰ” (Πράξ. 16, 19-23).
Εἴδατε πόση κακία εἶχαν οἱ κάτοικοι ἐκείνης τῆς πόλης; Εἴδατε ὅμως
καὶ τί ὑπομονὴ καὶ τί καρτερία εἶχαν οἱ Ἀπόστολοι; Περιμένετε
ὅμως λίγο καὶ θὰ δεῖτε καὶ τὸ μέγεθος τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ.

19

Ὁ Θεὸς εἶναι Πάνσοφος καὶ Παντογνώστης. Γι’ αὐτὸ δὲν
ἐλευθέρωσε τοὺς Ἀποστόλους μὲ μιᾶς ἀπὸ τὰ δεσμά, ἀλλὰ τὸ ἔκανε
ὅταν εἶχαν ἀποκορυφωθεῖ οἱ θλίψεις τους καὶ ὅταν ἔγινε σ’ ὅλους
φανερὴ ἢ ὑπομονή τους. Τότε φανέρωσε κι ὁ Θεὸς τὴ δική Του
δύναμη. Ἔτσι, δὲν θὰ ‘χαν νὰ λένε οἱ ἀντίθεοι ὅτι οἱ Ἀπόστολοι
ἀψήφισαν τὰ βάσανα καὶ τὶς θλίψεις, ὄχι γιατί εἶχαν ἀρετή, ἀλλὰ
ἐπειδὴ ἤξεραν ὅτι πάντα στὸ τέλος γίνεται κάποιο θαῦμα —πράγμα
ποὺ καὶ στὴν περίπτωσή τους περίμεναν νὰ γίνει— καὶ ἄρα αὐτοὶ
δὲν εἶχαν τίποτα νὰ φοβοῦνται.
Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ λόγο ὁ Πάνσοφος Θεὸς ἀφήνει μερικοὺς νὰ
βασανίζονται γιὰ πολὺ χρόνο, ἐνῶ ἄλλους τοὺς γλυτώνει ἀμέσως
ἀπὸ τὰ δεινά. Γιατί, καθὼς παρατείνονται τὰ βάσανα, πληθαίνουν
καὶ τὰ στεφάνια.
Μ’ αὐτὸ λοιπὸν τὸν τρόπο ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ καὶ ἐδῶ, στὴν περίπτωση
τοῦ Παύλου καὶ τοῦ Σίλα. Μετὰ δηλαδή, ἀπὸ ἕνα τόσο μεγάλο
θαῦμα καὶ μετὰ ἀπὸ τὴν εὐεργεσία ποὺ οἱ Ἀπόστολοι πρόσφεραν
στὴ δαιμονισμένη δούλη, διώχνοντας ἀπὸ μέσα της τὸν ἀναίσχυντο
δαίμονα, ὁ Θεὸς ἐπέτρεψε νὰ μαστιγωθοῦν ἀπάνθρωπα καὶ νὰ
ριχτοῦν στὴ φυλακή. Καὶ μὲ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ γεγονός, ἔγινε σ’
ὅλους πιὸ φανερὴ ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ.
Αὐτὸ ἔκανε καὶ τὸν μακάριο ἀπόστολο Παῦλο νὰ πεῖ: “Θὰ καυχηθῶ
μὲ μεγάλη χαρὰ γιὰ τὶς ἀσθένειες καὶ δυσκολίες μου, γιὰ νὰ
σκηνώσει μέσα μου ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ” (Β’ Κορ. 12, 9-10). Και
στὴ συνέχεια:”Ὅταν εἶμαι σὲ κατάσταση ἀρρώστιας καὶ ἀδυναμίας,
τότε εἶμαι δυνατός”, ἐννοώντας μὲ τὴ λέξη “ἀδυναμία” τοὺς
ἀδιάκοπους πειρασμοὺς καὶ τὶς θλίψεις.
Θὰ μποροῦσε ὅμως κάποιος νὰ ρωτήσει: Γιατί νὰ ἀπομακρύνουν οἱ
Ἀπόστολοι τὸν δαίμονα, ἀφοῦ δὲν ἔλεγε τίποτα ἐναντίον τους, ἀλλὰ
μᾶλλον τοὺς ἔκανε γνωστοὺς σὲ ὅλους, φωνάζοντας γιὰ μέρες
ὁλόκληρες, “αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι δοῦλοι τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ, ποὺ
μᾶς κηρύττουν τὸ δρόμο τῆς σωτηρίας” (Πράξ. 16, 17);
Μὴ σοῦ φανεῖ περίεργο αὐτό, ἀγαπητέ μου. Ἦταν κι αὐτὸ ἔργο τῆς
σύνεσης τῶν Ἀποστόλων καὶ τῆς Χάρης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Γιατί, παρόλο ποὺ δὲν τοὺς κατηγοροῦσε ὁ δαίμονας, ὁ ἀπόστολος
Παῦλος τὸν ἀποστόμωσε καὶ τὸν ἀπομάκρυνε, γιὰ νὰ μὴν ἀποδειχθεῖ
ὅτι ὅσα ἔλεγε τὸ δαιμόνιο ἦταν ἀληθινά.

20

Καὶ μ’ αὐτὸ τὸ προηγούμενο —ὅτι δηλαδή, ὁ δαίμονας λέει ἀληθινὰ
πράγματα— νὰ παρασύρει στὴ συνέχεια τοὺς ἀνίδεους καὶ ἀφελεῖς
ἀνθρώπους καὶ σὲ ἄλλα ἄτοπα. Ἔτσι δὲν ἐπέτρεψε ὁ Ἀπόστολος στὸ
δαιμόνιο νὰ μιλήσει γιὰ πράγματα τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶχαν μεγαλύτερη
ἀξία ἀπὸ τὸ δαίμονα. Αὐτὸ τὸ ἔκανε ὁ Ἀπόστολος, ἀκολουθώντας τὸ
παράδειγμα τοῦ Ἴδιου του Κυρίου, ὁ Ὁποῖος, ὅταν Τὸν πλησίασαν
οἱ δαιμονισμένοι καὶ Τοῦ ἔλεγαν, “Σὲ γνωρίζουμε Ποιὸς εἶσαι, εἶσαι
ὁ Ἅγιος του Θεοῦ” (Λουκ. 4, 34). Ἐκεῖνος, ὄχι μόνο δὲν τοὺς ἔδωσε
καμιὰ σημασία, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀπόδιωξε. Ἔγινε αὐτὸ ἀπὸ τὸν
Ἀπόστολο, γιὰ νὰ κατακριθοῦν οἱ ἄπιστοι Ἰουδαῖοι, πού, ἐνῶ
ἔβλεπαν νὰ γίνονται κάθε μέρα θαύματα καὶ χίλια δυὸ παράδοξα,
δὲν πίστευαν στὸν Χριστό, τὴ στιγμὴ ποὺ καὶ οἱ δαίμονες Τὸν
ἀναγνώριζαν καὶ Τὸν κήρυτταν ὡς Υἱὸ τοῦ Θεοῦ.
3. Ας γυρίσουμε ὅμως στὸ θέμα μας. Γιὰ νὰ βεβαιωθεῖτε λοιπὸν
πὼς εἶναι ὄντως ἔτσι καὶ ὄτι “σ’ ἐκείνους ποὺ ἀγαποῦν τὸν Θεό, ὅλα
συνεργοῦν γιὰ τὸ καλό τους”, πρέπει νὰ σᾶς διαβάσω, ὅλη αὐτὴ τὴ
διήγηση τῆς περιπέτειας τῶν Ἀποστόλων. Ἔτσι, θὰ μάθετε ὅτι, μετὰ
ἀπὸ τὴ φυλάκισή τους, τὰ μετέτρεψε ὅλα ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ μὲ
τέτοιο τρόπο, ὥστε οἱ δυσκολίες νὰ ἀποβοῦν γι’ αὐτοὺς εὐλογία.
Ἃς δοῦμε, λοιπόν, πὼς μᾶς τὰ διηγεῖται ὅλα αὐτὰ ὁ μακάριος
Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς: “Ὁ δεσμοφύλακας, ἀφοῦ πῆρε μιὰ τέτοια
ἐντολή, τοὺς ἔβαλε στὸ πιὸ βαθὺ κελλὶ τῆς φυλακῆς. Καὶ γιὰ
μεγαλύτερη ἀσφάλεια, ἔδεσε τὰ πόδια τους στὸ ξύλο” (Πράξ. 16, 4).
Δές, πὼς αὐξάνουν τὰ βάσανα τῶν Ἀποστόλων, γιὰ νὰ φανερωθεῖ
ἔτσι πιὸ λαμπρὴ ἡ ὑπομονή τους, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ λάμψει σ’ ὅλους ἡ
ἀνέκφραστη δύναμη τοῦ Θεοῦ. Νὰ συνεχίσουμε ὅμως: “Γύρω στὰ
μεσάνυχτα ὁ Παῦλος καὶ ὁ Σίλας προσεύχονταν καὶ ὑμνοῦσαν τὸν
Θεὸ” (Πράξ. 16, 25).
Δέστε, τώρα, ψυχὴ ὑπομονετικὴ καὶ θαρραλέα! Δέστε ξάγρυπνο
λογισμό! Ἃς μὴν προσπεράσουμε, ἀγαπητοί μου, ἐπιπόλαια καὶ
γρήγορα, αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Εὐαγγελιστής. Ἐπειδὴ δὲν ἐπισήμανε
τυχαία τὴν ὥρα λέγοντας, “γύρω στὰ μεσάνυχτα”. Τὸ ἔκανε αὐτὸ ὁ
Εὐαγγελιστής, γιὰ νὰ μᾶς ὑπογραμμίσει ὅτι, ἐνῶ ὅλοι οἱ ἄλλοι
ἄνθρωποι γλυκοκοιμοῦνταν —καί, ὅπως εἶναι φυσικό, ὅλοι οἱ

21

φυλακισμένοι, ἀπὸ τὴ λύπη καὶ τὴν κούραση, ἦταν παραδομένοι στὴ
γλυκιὰ ἐξουσία τοῦ τύραννου ὑπνου— οἱ Ἀπόστολοι ἀγρυπνοῦσαν
καὶ”προσεύχονταν ὑμνώντας τὸν Θεό”. Ἀπὸ αὐτὸ φανερώνεται
ξεκάθαρα ἡ ὑπομονή τους καὶ ἡ μεγάλη ἀγάπη τους πρὸς τὸν Θεό.
Ὅπως ἀκριβῶς κάνουμε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, πού, ὅταν πονᾶμε καὶ
ὑποφέρουμε, θέλουμε νὰ ‘χουμε κοντά μας τὰ ἀγαπημένα μᾶς
πρόσωπα, γιὰ νὰ μιλᾶμε μαζί τους καὶ νὰ βοηθιούμαστε, ἔτσι ἔκαναν
καὶ οἱ ἅγιοι αὐτοὶ Ἀπόστολοι. Ἡ μεγάλη ἀγάπη τους γιὰ τὸν Κύριό
τους ἔκανε νὰ ἐπιζητοῦν, μὲ τὴν προσευχή, ἐντονότερα τὴν αἴσθηση
τῆς παρουσίας Του. Γι’ αὐτὸ ἔψελναν, ὑμνώντας καὶ δοξάζοντας τὸν
Θεό. Καὶ ὄντας ἔτσι ἀφοσιωμένοι στὴ λατρεία Του, δὲν
καταλάβαιναν καθόλου τοὺς πόνους καὶ τὰ βάσανα ποὺ τοὺς
ἔδερναν. Ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ ἐξαίσια ἐκείνη ὑμνωδία ἔκανε τὴ φυλακὴ
Ἐκκλησία. Καὶ ἁγιαζόταν ὁ τόπος ἐκεῖνος τῶν πόνων καὶ τῶν
βασάνων ἀπὸ τὴν ἅγια προσευχή τους.
Ἔβλεπε κανεὶς τὰ μεσάνυχτα, παράδοξα καὶ θαυμαστὰ πράγματα.
Δυὸ ἄνθρωποι, δεμένοι στὸ ξύλο, ἔψελναν χαρούμενα καὶ
ἀνεμπόδιστα. Γιατί, ἐκεῖνον ποὺ ἔχει εἰρήνη στὴν καρδιά του καὶ
ἀγάπη φλογερὴ γιὰ τὸν Θεό, τίποτα δὲν θὰ μπορέσει ποτὲ νὰ τὸν
λυγίσει καὶ νὰ τὸν κάνει νὰ χάσει τὴ διάθεση τῆς κοινωνίας μαζί
Του. “Γιατί ἐγὼ εἶμαι Θεός”, λέει ἡ Ἁγία Γραφή,”ποὺ βρίσκομαι
πάντα παρὼν καὶ κοντά. Δὲν εἶμαι Θεὸς ξέμακρος καὶ ἀδιάφορος”
(Ἱερ. 23, 23). Κι ἀλλοῦ λέει: “Ἐνῶ ἀκόμα ἐσὺ δὲν θὰ ἔχεις ἀποσώσει
τὸ λόγο σου, ἐγὼ θὰ σοῦ ἀπαντήσω καὶ θὰ σοῦ πῶ: Νὰ ‘μαι, ἐδῶ
δίπλα σου” (Ἡσ. 58, 9).
Ὅταν λοιπὸν ὑπάρχει νοῦς προσεκτικός, νοῦς ποὺ ἀγρυπνεῖ καὶ
προσεύχεται, τότε εἶναι ἀκμαῖο καὶ τὸ ὅλο φρόνημα τοῦ ἀνθρώπου.
Τότε καὶ ἡ ψυχὴ ἐλευθερώνεται, κατὰ κάποιο τρόπο, ἀπὸ τὰ
σωματικὰ δεσμὰ καὶ πετάει πρὸς τὸν Ποθούμενο. Τότε αὐτὴ
ἐγκαταλείπει ὅλα τα γήινα νοήματα καὶ ὅλα τα ὁρατὰ κάλλη αὐτοῦ
του κόσμου καὶ ἀνυψώνεται πρὸς Ἐκεῖνον. Ἕλκεται ὁ νοῦς πρὸς τὸν
Θεό, μὲ ἀσυγκράτητο πόθο καρδιᾶς, πράγμα ποὺ ἀκριβῶς συνέβη
καὶ μὲ τοὺς δύο αὐτοὺς ἁγίους Ἀποστόλους.
Δές, τώρα, τὴν ἄμεση ἐπίπτωση ποὺ εἶχε ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ προσευχὴ
τῶν Ἀποστόλων. Ἂν καὶ βρίσκονταν στὴ φυλακή, καὶ μάλιστα
δεμένοι στὸ ξύλο, ἂν καὶ ὁλόγυρα οἱ συγκρατούμενοί τους ἦταν

22

κακοποιοί, αὐτοί, ὄχι μονάχα δὲν ἐπηρεάστηκαν ἀπὸ τοὺς
συγκρατούμενούς τους, ἀλλὰ ἀντίθετα, ἡ ἀρετὴ τοὺς ἔλαμψε καὶ
πραγματικὰ θάμπωσε ὅλους τους ἄλλους φυλακισμένους. Γιατί ἡ
μελωδία τῶν ὕμνων ἄγγιξε τὴν ψυχὴ κάθε φυλακισμένου καὶ κατὰ
κάποιο τρόπο τὴν ξαναπλάθε καὶ τὴν μεταμόρφωνε.
“Ξάφνου”, λέει ὁ Εὐαγγελιστής, “ἔγινε μεγάλος σεισμός, τέτοιος
ποὺ σαλεύτηκαν τὰ θεμέλια της φυλακῆς. Κι ἀμέσως, ἄνοιξαν ὅλες
οἱ πόρτες καὶ τὰ δεσμὰ τῶν φυλακισμένων λύθηκαν” (Πράξ. 16, 26).
Εἶδες τώρα, ἀγαπητέ μου, τὴ δύναμη τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς
προσευχῆς; Οἱ Ἀπόστολοι ψάλλοντας, δὲν ἦταν μόνο ποὺ οἱ ἴδιοι
παρηγορήθηκαν γιὰ τὴν ἀναπάντεχη θλίψη τους, ἀλλὰ συνετέλεσαν
καὶ στὴ λύση τῶν δεσμῶν καὶ ὅλων των ἄλλων φυλακισμένων.
Ἔτσι, ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ γεγονότα ἔγινε φανερὴ ἡ ἀλήθεια, ποὺ εἶναι
κρυμμένη στὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελιστῆ. Δηλαδή, “σ’ ἐκείνους ποὺ
ἀγαποῦν τὸν Θεό, ὅλα συνεργοῦν γιὰ τὸ καλό τους”. Δέστε, ὁ
ξυλοδαρμός, ἡ φυλακή, τὰ δεσμά, ἡ συναναστροφὴ μὲ τοὺς δήμιους,
ὅλα τους βγῆκαν σὲ καλό. Γιατί; Διότι ὅλα αὐτὰ ἔγιναν ἀφορμὴ νὰ
φωτιστοῦν, ὄχι μονάχα οἱ συγκρατούμενοι τῶν Ἀποστόλων, ἀλλὰ κι
αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ δεσμοφύλακας.
“Ὁ δεσμοφύλακας”, λέει ὁ Εὐαγγελιστής, “ξύπνησε μὲ τὸ σεισμὸ
καὶ σὰν εἶδε ἀνοιχτὲς τὶς πόρτες τῆς φυλακῆς, ἔβγαλε τὸ μαχαίρι του
γιὰ νὰ σκοτωθεῖ. Γιατί νόμισε ὅτι εἶχαν δραπετεύσει ὅλοι οἱ
κρατούμενοι” (Πράξ. 16, 27).
Σημείωσε ἐδῶ, ἀγαπητέ μου, τὴν ἀσύλληπτη φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ.
Γιατί ἄραγε συνέβηκαν ὅλα αὐτὰ τὰ μεσάνυχτα; Γιὰ νὰ οἰκονομηθεῖ
ἀσφαλῶς, ἔτσι ἥσυχα καὶ ἀθόρυβα, ἡ σωτηρία τοῦ δεσμοφύλακα.
Γιατί, ὅταν ἔγινε ὁ σεισμὸς καὶ ἀνοίχτηκαν οἱ πόρτες, λύθηκαν ὅλων
των φυλακισμένων τὰ δεσμά. Δὲν δόθηκε ὅμως ἡ δυνατότητα σὲ
κανέναν τους νὰ δραπετεύσει. Εἶδες τὴν Πανσοφία τοῦ Θεοῦ; Γιατί
τὰ ἐπέτρεψε ὅλα αὐτά, δηλαδὴ τὸ σεισμὸ καὶ τὸ ἄνοιγμα τῶν θυρῶν;
Γιὰ νὰ ἀποκαλυφθεῖ, ἀσφαλῶς, ποιοὶ ἦταν στὴν πραγματικότητα
αὐτοὶ οἱ ξένοι ποὺ εἶχαν φυλακισμένους, ὅτι δηλαδὴ αὐτοὶ δὲν ἦταν
τυχαῖοι ἄνθρωποι. Παράλληλα, δὲν δόθηκε σὲ κανέναν τους ἡ
δυνατότητα νὰ δραπετεύσει, γιὰ νὰ μὴ γίνει τὸ γεγονὸς αὐτὸ
ἀφορμή, ὥστε νὰ κινδυνεύσει ἡ ζωὴ τοῦ δεσμοφύλακα.

23

Τὴν ἀλήθεια αὐτοῦ ποὺ λέω τὴν ἐπιβεβαιώνει τὸ γεγονὸς ὅτι, καὶ
μόνο ποὺ ὑποπτεύθηκε ὁ δεσμοφύλακας πὼς οἱ κρατούμενοι θὰ
εἶχαν δραπετεύσει, ἔφτασε στὸ σημεῖο νὰ καταφρονήσει καὶ τὴν ἴδια
τὴν ζωή του. Γιατί, καθὼς λέει ὁ Εὐαγγελιστής, ὁ δεσμοφύλακας
“ἔβγαλε τὸ μαχαίρι του καὶ ἤθελε νὰ σκοτωθεῖ”.
Ὁ μακάριος Παῦλος ὅμως, ποὺ παντοῦ καὶ πάντα ἦταν σὲ
προσευχητικὴ ἐγρήγορση, τὸν ἀντιλήφθηκε ἀμέσως καὶ μὲ μιὰ φωνὴ
γλύτωσε τὸ ἀρνὶ ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ λύκου. “Τοῦ φώναξε δυνατὰ καὶ
τοῦ εἶπε: Μὴν κάνεις κακὸ στὸν ἑαυτό σου, γιατί ὅλοι μας
βρισκόμαστε ἐδῶ” (Πράξ. 16, 28).
Τί βάθος ταπεινοφροσύνης! Θὰ μποροῦσε ἀσφαλῶς νὰ
χρησιμοποιήσει αὐτὰ ποὺ συνέβηκαν σὰν ὅπλο καὶ ἔτσι νὰ φέρει σὲ
δύσκολη θέση τὸν δεσμοφύλακα.
Ὁ Ἀπόστολος ὅμως δὲν ἔκανε καθόλου κάτι τέτοιο. Ἀντίθετα
λογάριασε τὸν ἑαυτό του σὰν ἕναν κρατούμενο, ὅμοιο μὲ ὅλους τους
ἄλλους καὶ εἶπε μονάχα: “Ὅλοι μας βρισκόμαστε ἐδῶ”. Δὲν
ἐντυπωσιάστηκες, ἀγαπητέ μου, μὲ τὴν ὑπομονὴ καὶ μὲ τὴν
ταπεινοφροσύνη του; Δές, θεώρησε τὸν ἑαυτὸ τοῦ ἴσο μὲ τοὺς
κακοποιούς της φυλακῆς.
Δὲς ὅμως καὶ στὴ συνέχεια, πῶς τὸν πλησιάζει ὁ δεσμοφύλακας;
Ἀσφαλῶς ὄχι ὅπως θὰ ἔκανε καὶ ὅταν θὰ πλησίαζε ἕναν κοινὸ
κρατούμενο. “Γιατί, ἀφοῦ ἀναθάρρησε μὲ τὸ λόγο τοῦ Ἀποστόλου,
ζήτησε νὰ τοῦ φέρουν φῶτα. Πήδηξε μετὰ μέσα στὸ κελλὶ τοῦ
Ἀποστόλου καὶ τρομαγμένος ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ Παύλου καὶ τοῦ
Σίλα. Κι ἀφοῦ τοὺς ἔβγαλε ἔξω, τοὺς εἶπε: Τί πρέπει νὰ κάνω, γιὰ νὰ
σωθῶ;” (Πράξ. 29-30).
Εἴδατε λοιπόν, πῶς “σ’ ἐκείνους ποῦ ἀγαποῦν τὸν Θεό, ὅλα
συνεργοῦν γιὰ τὸ καλό τους”; Εἴδατε, πῶς διαλύθηκαν τὰ
τεχνάσματα τοῦ διαβόλου; Παρατηρήσατε, πῶς ἀχρηστεύθηκαν οἱ
παγίδες του; Γιατί ὁ διάβολος, ἐπειδὴ τὸν ἔδιωξαν ἀπὸ τὴ
δαιμονισμένη δούλη, μηχανεύτηκε νὰ φέρει ἔτσι τὰ πράγματα, ὥστε
νὰ φυλακιστοῦν οἱ Ἀπόστολοι. Νόμιζε βέβαια ὅτι, κάνοντας ἔτσι, θὰ
ἐμπόδιζε τὸ δρόμο τοῦ κηρύγματος. Ἡ πίστη ὅμως καὶ ἡ ὑπομονὴ
τῶν Ἀποστόλων ἀξιοποίησε ἀκόμα καὶ τὰ δεσμὰ τῆς φυλακῆς. Μὲ
ἀποτέλεσμα νὰ προκύψει ἀπὸ ὅλες αὐτὲς τὶς θλίψεις πνευματικὸ
κέρδος.

24

4. Κι ἐμεῖς λοιπόν, ἂν ἔχουμε πίστη καὶ ὑπομονὴ καὶ ἂν εἴμαστε
πάντα σὲ πνευματικὴ ἐγρήγορση, ὄχι μονάχα τὸν καλὸ καιρό, ἀλλὰ
κι ὅταν μᾶς βρίσκουν βάσανα, πειρασμοὶ καὶ θλίψεις, μποροῦμε νὰ
ἀποκομίσουμε ἀπ’ ὅλα αὐτά, πνευματικὸ κέρδος. Καὶ μάλιστα, πολὺ
περισσότερο κέρδος, ἀπ’ ὅ,τι θὰ ἀποκτούσαμε ἂν βρισκόμασταν σὲ
ἄνεση καὶ εὐημερία.
Γιατί ἡ ἄνεση καὶ ἡ καλοπέραση μᾶς κάνει, συνήθως, πιὸ
ἀδιάφορους στὰ πνευματικὰ θέματα. Ἡ θλίψη ὅμως καὶ οἱ
πειρασμοί, μᾶς κρατοῦν σὲ ἐγρήγορση καὶ μᾶς καθιστοῦν ἄξιούς της
βοήθειας τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ. Πολὺ περισσότερο μάλιστα, ὅταν
λόγω τῆς πίστης καὶ τῆς ἐλπίδας μας στὸν Θεό, ὑπομένουμε τὰ
πάντα μὲ πολλὴ καρτερία.
Ἃς μὴ λυπόμαστε λοιπόν, κι ἃς μὴν τὰ χάνουμε ὅταν μᾶς βρίσκουν
βάσανα, πειρασμοὶ καὶ θλίψεις. Ἀντίθετα, τότε περισσότερο νὰ
χαιρόμαστε. Γιατί αὐτό, ὅπως προείπαμε, γίνεται ἀφορμὴ γιὰ τὴν
πνευματικὴ προκοπή μας. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπόστολος μᾶς λέει
ξεκάθαρα: “Σ’ ἐκείνους ποὺ ἀγαποῦν τὸν Θεό, ὅλα συνεργοῦν γιὰ τὸ
καλό τους”.
Καιρὸς τώρα εἶναι νὰ δοῦμε καὶ τὴ φλογερὴ ψυχὴ τῶν Ἀποστόλων.
Ὅταν λοιπὸν αὐτοὶ ἄκουσαν τὸν δεσμοφύλακα νὰ λέει “τί πρέπει νὰ
κάνω γιὰ νὰ σωθῶ;”, δὲν καθυστέρησαν οὔτε μιὰ στιγμή. Δὲν
ἀνέβαλαν καὶ οὔτε ἀμέλησαν γιὰ λίγο τὴν Κατήχηση. Τοῦ εἶπαν
ἀμέσως καὶ ἀπερίφραστα: “Πίστεψε στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ θὰ
σωθεῖς κι ἐσὺ κι ἡ οἰκογένειά σου” (Πράξ. 16, 31).
Πρόσεχε, ἀποστολικὴ συμπεριφορά! Δὲν ἀρκοῦνται οἱ Ἀπόστολοι
νὰ ἀποκαλύψουν μονάχα στὸν δεσμοφύλακα, τὴν Πηγὴ τῆς
σωτηρίας. Ἐπιδιώκουν ὥστε, ταυτόχρονα μὲ τὴ δική του ἐπιστροφή,
νὰ προσελκύσουν στὴν πίστη καὶ τὰ ἄλλα μέλη τῆς οἰκογένειάς του.
Ἔτσι ἔδωσαν θανάσιμο πλῆγμα στὸ διάβολο: «Βαπτίστηκε ἀμέσως
ὁ ἴδιος καὶ ὅλη ἡ οἰκογένειά του. Καὶ χαίρονταν ὅλοι καὶ ἦταν
εὐτυχισμένοι ποὺ εἶχαν βρεῖ τὸν Θεὸ» (Πράξ. 16, 33-34).
Τὰ γεγονότα αὐτὰ μας διδάσκουν νὰ μὴν ἀναβάλλουμε ποτὲ τὰ
πνευματικὰ θέματα, ἀλλὰ ν’ ἁρπάξουμε, ἀμέσως, κάθε εὐκαιρία ποὺ

25

βρίσκεται στὸ δρόμο μας. Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι δὲν περίμεναν οὔτε
καν νὰ ξημερώσει.
Τί θὰ ‘χουμε, λοιπόν, νὰ ἀπολογηθοῦμε ἐμεῖς, ὅταν ἀφήνουμε τὶς
εὐκαιρίες νὰ κυλοῦν μὲ τὸ χρόνο, χωρὶς νὰ τὶς ἀξιοποιοῦμε, καὶ γιὰ
τὸ δικό μας πνευματικὸ κέρδος, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ὠφέλεια τῶν
ἄλλων;
Εἶδες, ὅτι ἐδῶ ἡ φυλακὴ ἔγινε Ἐκκλησία; Πρόσεξες, ὅτι τὸ
καταφύγιο τῶν δημίων ἀποδείχθηκε, ἀναπάντεχα, τόπος προσευχῆς
ποῦ ἐτελεῖτο μυσταγωγία;
Πολὺ σπουδαῖο εἶναι, ἀγαπητοί μου, τὸ νὰ εἴμαστε πάντα πιστοί,
ὑπομονετικοὶ καὶ μὲ πνευματικὴ ἐγρήγορση. Νὰ μὴν ἀμελοῦμε,
ἀλλὰ νὰ ἐπιδιώκουμε τὸ πνευματικὸ κέρδος. Νὰ ἀξιοποιοῦμε τὸ
καθετὶ κι ἔτσι νὰ εἴμαστε “καλοὶ ἔμποροι τοῦ πνεύματος”. Ἂν ἔτσι
κάνουμε, θὰ κατανοήσουμε κι ἐμεῖς ἔμπρακτα, ἐκεῖνο το, “σ’
ἐκείνους ποὺ ἀγαποῦν τὸν Θεό, ὅλα συντελοῦν γιὰ τὸ καλό τους”.
Αὐτὸ τὸ λόγο τοῦ Ἀποστόλου, σᾶς παρακαλῶ, νὰ τὸν ἔχετε πάντα
χαραγμένο μέσα σας. Ποτὲ νὰ μὴ λυπηθεῖτε καὶ νὰ μὴν ἀποκάμετε.
Ποτὲ νὰ μὴ λυγίσετε, ὅταν σᾶς βρίσκουν θλίψεις, κακοτυχίες,
ἀρρώστιες ἢ ὅ,τι ἄλλο λυπηρὸ καὶ ἐπώδυνο. Ἀντίθετα, νὰ φέρνετε
στὸ νοῦ σᾶς τὰ λόγια τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τὰ παραδείγματα τῆς
ζωῆς τῶν Ἁγίων.
Νὰ ἀντιστεκόσαστε μὲ ἀνδρεία σὲ κάθε πειρασμό, μὲ τὴ σκέψη ὅτι,
ὅταν εἴμαστε προσεκτικοί, ὑπομονετικοὶ καὶ συγχωρητικοί, θὰ
μποροῦμε ν’ ἀποκομίζουμε ἀπ’ ὅλα τα συμβάντα πολὺ πνευματικὸ
κέρδος. Πολὺ περισσότερη μάλιστα ὠφέλεια θὰ ἀποκτήσουμε ἀπὸ
τοὺς πειρασμούς, παρὰ ἀπὸ τὶς ἀνέσεις καὶ ἀπὸ τὴν καλοπέραση.
Ποτὲ λοιπὸν κι ἐμεῖς, νὰ μὴν ἀδημονοῦμε, ἐφόσον τώρα
γνωρίζουμε, πόσο κέρδος φέρνει στὸν ἄνθρωπο ἡ ὑπομονή. Ἐπίσης
νὰ μὴν ἀντιπαθοῦμε, ἀλλὰ νὰ συγχωροῦμε, ἐκείνους ποὺ μᾶς
προκάλεσαν τὴ θλίψη καὶ τὸν πειρασμό. Γιατί, κι ἂν ἀκόμα αὐτοὶ
μας ἐπιβουλεύονται καὶ μᾶς προκαλοῦν τὸν πειρασμὸ καὶ τὴ θλίψη,
σκόπιμα καὶ μὲ τὴ θέλησή τους, ὅμως αὐτό, σὲ τελευταία ἀνάλυση,
τὸ ἐπιτρέπει ὁ Κύριος των πάντων.
Παραχωρεῖ ὁ Θεὸς νὰ πέσουμε στὸν πειρασμὸ καὶ τὴ θλίψη, γιατί
ἀποσκοπεῖ στὴν πνευματική μας ὠφέλεια. Γιὰ νὰ μπορεῖ δηλαδὴ νὰ
μᾶς χαρίσει στὸ τέλος, πλουσιοπάροχα, τὸ μισθὸ τῆς ὑπομονῆς.

26

Ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ εὐχαριστία, ποὺ λειτουργεῖται στὴν ψυχὴ τὸν
καιρὸ τῶν θλίψεων, τὴν εὐεργετεῖ πολὺ καὶ τὴ λυτρώνει ἀπὸ τὶς
δικές της ἁμαρτίες.
Γιατί, ἂν τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, τὸν θησαυρὸ καὶ δάσκαλο τῆς
οἰκουμένης, ἀνεχόταν ὁ Κύριος νὰ τὸν βλέπει νὰ πέφτει καθημερινὰ
σὲ τόσες θλίψεις καὶ πειρασμοὺς — ὄχι βέβαια ἀπὸ περιφρόνηση
στὸν ἀθλητὴ τοῦ πνεύματος, ἀλλὰ τὸν ἄφηνε στὰ βάσανα, γιὰ νὰ τοῦ
αὐξήσει καὶ τὰ στεφάνια— τί θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ἐμεῖς; Ἐμεῖς,
ποὺ τὶς περισσότερες φορὲς πέφτουμε στοὺς πειρασμοὺς καὶ στὶς
θλίψεις, ὄχι ἀπὸ φθόνο τοῦ Πονηροῦ, ἀλλὰ ἐξαιτίας τῆς δικῆς μας
ἁμαρτίας; Μὲ τὴν λίγη λοιπὸν τιμωρία μᾶς ἐδῶ, θὰ ἀξιωθοῦμε νὰ
δεχθοῦμε τὴ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ βρεθοῦμε, τὴ φοβερὴ
ἐκείνη Ἡμέρα τῆς Κρίσεως, μέτοχοί της μερίδας τῶν σωσμένων.
Αὐτὰ λοιπόν, νὰ σκεπτόμαστε πάντα, ἀγαπητοί μου. Νὰ
ἀντιστεκόμαστε μὲ γενναιότητα σὲ καθετὶ λυπηρὸ καὶ ἐπώδυνο.
Ὥστε νὰ μπορέσουμε νὰ γλυτώσουμε ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μας καὶ νὰ
ἀξιωθοῦμε τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ. Νὰ ἀξιωθοῦμε δηλαδή, νὰ
ἀπολαύσουμε τὸν μισθὸ τῆς ὑπομονῆς μας.
Κι αὐτὸ σημαίνει: Νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ γίνουμε μέτοχοί των αἰωνίων
ἀγαθῶν, μὲ τὴ Χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μᾶς Ἰησοῦ
Χριστοῦ, στὸν Ὁποῖο, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα,
πρέπει ἡ δόξα, ἡ δύναμη καὶ ἡ τιμή, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς
αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Πηγή: “H Άλλη Ὄψις”

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2022

Λόγοι Πατέρων και Αγίων της Εκκλησίας μας για την προσευχή

prayerΗ προσευχή δεν είναι ψυχρό καθήκον. Δεν είναι τύπος ούτε μηχανική απαγγελία λέξεων, που δεν αγγίζουν την ψυχή και δεν μεταμορφώνουν την ζωή μας. Είναι αναγκαιότητα της ψυχής.
Χωρίς αέρα δεν υπάρχει ζωή. Και χωρίς προσευχή δεν υπάρχει πνευματική ζωή. Η προσευχή είναι η δυναμική στάση της ψυχής, που υψώνεται στους φωτεινούς κόσμους του απείρου Θεού. Είναι η φιλική συνομιλία του πλάσματος με τον Πλάστη.
Αλλά η «εν πνεύματι και αληθεία» προσευχή έχει τις προϋποθέσεις της. Διαφορετικά πέφτει στο κενό. Μένει ανενεργή. Γίνεται τύπος και χάνεται το νόημά της.
Τη σημαντικότερη προϋπόθεση για μια γνήσια προσευχή, μας την παρουσιάζει ο απόστολος Παύλος: «το τι προσευξώμεθα καθ' ο δει ουκ οίδαμεν,  αλλ' αυτό το Πνεύμα υπερτυγχάνει υπέρ ημών στεναγμοίς αλαλήτοις» (Ρωμ. η΄ 26). (δηλ. «εμείς δεν ξέρουμε ούτε τι ούτε πως να προσευχηθούμε. Το Πνεύμα όμως μεσιτεύει το ίδιο στο Θεό για μας με στεναγμούς που δεν μπορούν να εκφραστούν με λέξεις»).
Έτσι έζησαν την επικοινωνία με τον ουράνιο Πατέρα οι πνευματοφόροι και πνευματοκίνητοι άγιοι και πατέρες της Εκκλησίας μας. Ιεροί υμνογράφοι, άγιοι Πατέρες και σοφοί Διδάσκαλοι κατέθεσαν τον πλούτο της εξαγιασμένης καρδιάς τους, για να έχουμε εμείς σήμερα όλον αυτόν τον ανεκτίμητο θησαυρό.
Συλλέξαμε φράσεις από την Αγία Γραφή, από ψαλμούς, από ύμνους αλλά και από αγίους και πατέρες της Εκκλησίας μας, η ζωή και οι λόγοι των οποίων αποτελούν οδηγό και δείκτη πορείας για τον πνευματικό μας αγώνα.
Καλή μελέτη σε όλους και «τη προσευχή προσκαρτερείτε»...

Βλέπετε, αγρυπνείτε και προσεύχεσθε. (Μαρκ. ιγ΄ 33)
Αιτείτε, και δοθήσετε υμίν, ζητείτε, και ευρήσετε, κρούετε και ανοιγήσεται υμίν• πας γαρ ο αιτών λαμβάνει και ο ζητών ευρίσκει και τω κρούοντι ανοιγήσεται. (Ματθ. ζ΄ 7-8)
Γρηγορείτε και προσεύχεσθε, ίνα μην εισέλθητε εις πειρασμόν. (Ματθ. κστ΄ 42)
Έλεγεν παραβολήν αυτοίς προς το δειν πάντοτε προσεύχεσθαι αυτούς και μη εκκακείν. (Λουκ. ιη΄ 1)
Όταν στήκητε προσευχόμενοι, αφίητε εί τι έχετε κατά τινος, ίνα και ο πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς αφή υμίν τα παραπτώματα υμών. (Μαρκ. ια΄ 25)
Πνεύμα ο Θεός και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν. (Ιωαν. δ΄ 23)
Κύριε εισάκουσον της προσευχής μου, ενώτισαι την δέησίν μου εν τη αληθεία σου, εισάκουσόν μου εν τη δικαιοσύνη σου...
Γνώρισόν μοι, Κύριε, οδόν, εν η πορεύσομαι, ότι προς σε ήρα την ψυχήν μου...
Το πνεύμα σου το αγαθόν οδηγήσει με εν γη ευθεία, ένεκεν του ονόματός σου, Κύριε, ζήσεις με...
Κύριε, εισελθέτω ενώπιόν σου η προσευχή μου, κλίνον το ους σου εις την δέησίν μου...
Συ δε όταν προσεύχη, είσελθε εις το ταμείον σου. (Ματθ.. στ΄ 6)
«Αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε» (Α΄ Θεσ. ε΄ 17)

Η σπουδή τίκτει την προσευχή, η προσευχή την ησυχία, η ησυχία τίκτει την θεωρία, η θεωρία την γνώση, η γνώση τη των μυστηρίων κατάληψη. Τέλος δε των μυστηρίων η θεολογία. 
Άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης
Η προσευχή ως προς την ποιότητα της είναι συνουσία και ένωσις του ανθρώπου με τον Θεόν, και ως προς την ενέργειά της, σύστασις και διατήρησις του κόσμου, συμφιλίωσις με τον Θεόν, μητέρα των δακρύων, καθώς επίσης και θυγατέρα, συγχώρησις των αμαρτημάτων, γέφυρα που σώζει από τους πειρασμούς, τοίχος που μας προστατεύει από τις θλίψεις, συντριβή των πολέμων, έργο των Αγγέλων, τροφή όλων των ασωμάτων,η μελλοντική εφροσύνη, εργασία που δεν τελειώνει, πηγή των αρετών, πρόξενος των χαρισμάτων, αφανής πρόοδος, τροφή της ψυχής, φωτισμός του νου, πέλεκυς που χτυπά την απόγνωση, απόδειξις της ελπίδος, διάλυσις της λύπης, πλούτος των μοναχών, θυσαυρός των ησυχαστών, μείωσις του θυμού, καθρέπτης της πνευματικής προόδου, φανέρωσις των μέτρων, δήλωση της πνευματικής καταστάσως, αποκάλυψης των μελλοντικών πραγμάτων, σημάδι της πνευματικής δόξης που έχει κανείς.
Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος 
Λάθρα και κεκρυμένως και ουδενώς ορώντος προσεύχεσθαι.
Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας
Η προσευχή είναι αμαρτημάτων ιλασμός και συγχώρεση, γέφυρα που ελευθερώνει τους ανθρώπους από πολλούς πειρασμούς και κινδύνους. Μεσότοιχο, που εμποδίζει τις θλίψεις των παθών, των ανθρώπων και των δαιμόνων, έργο ουράνιο, δακρύων μητέρα και θυγατέρα, τροφή των Αγγέλων και των Αγίων, αγαλλίαση και χαρά των δικαίων, πηγή κάθε καλού, πρόξενος όλων των χαρισμάτων, προκοπή της καρδίας αόρατος, φωτισμός του νου αδιάκοπος, φλόγα ουράνια, απόδειξη της ελπίδος προς τον Θεό, αντιφάρμακο και λύση της λύπης, θυρίδα από την οποία εισέρχεται ουράνιο φως και αποκαλύπτει τα απόκρυφα μυστήρια του Θεού.
Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης
Αγωνίσου με όλη την δύναμη της ψυχής σου να κρατάς καθαρό τον νου σου την ώρα της προσευχής και να συγκεντρώνεις όλο σου τον λογισμό στην κατανόηση του λόγου και της ευχής που κάνεις.
Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης
Η κακία που γίνεται δεκτή με το λογισμό, κάνει την καρδιά θυμώδη και απειλητική, ενώ όταν πολεμηθεί με την προσευχή και την ελπίδα προκαλεί μετάνοια και συντριβή.
Αββάς Μάρκος, P.G. 65, 908A
Όταν καλλιεργούμε την προσευχή, χρειαζόμαστε οπωσδήποτε τον σωματικό πόνο που προξενεί η νηστεία, η αγρυπνία και τα παρόμοια.
Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ΕΠΕ 2, 354-8
Με την ανάμνηση του Ιησού Χριστού συγκέντρωσε τον σκορπισμένο σου νου.
Άγιος Φιλόθεος ο Σιναΐτης, Φιλοκαλία, τομ. II, σελ. 283
Η απάθεια δεν συνίσταται στην μη αίσθηση των παθών, αλλά στην μη αποδοχή τους.
Άγιος Ισαάκ ο Σύρος, Mystic Treatises, μτφρ. Wensinck, σελ. 345
Ο καθένας θα πρέπει να κρατήσει την τέχνη ή το επάγγελμά του. Ο στρατηγός να συνεχίσει να διοικεί, ο αγρότης να καλλιεργεί τη γη, ο τεχνίτης να εξασκεί την τέχνη του. Και θα σας πω γιατί. Δεν είναι ανάγκη να απομακρυνθούμε στην έρημο, να τρώμε ανούσια τροφή, να αλλάξουμε τα ενδύματά μας, να αδιαφορήσουμε για την υγεία μας, ή να κάνουμε οτιδήποτε ανόητο, επειδή μπορούμε να μείνουμε στα σπίτια μας χωρίς να αποχωρισθούμε τα πράγματά μας, και να εξασκούμε ταυτόχρονα την συνεχή προσευχή.
Άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας, Η κατά Χριστόν ζωή, P.G. 150, 657-9
Όταν η ψυχή κρίνεται άξια ν’ απολαύσει την κοινωνία με το Πνεύμα του φωτός του Θεού, και όταν ο Θεός λάμπει πάνω της με την ομορφιά της άφατης δόξας του, ετοιμάζοντάς της για θρόνο και κατοικία δική του, γίνεται όλη φως, όλη πρόσωπο, όλη μάτια• και δεν υπάρχει μέρος σ’ αυτή που να μην είναι γεμάτο από τα πνευματικά μάτια του φωτός.
Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος
Δε μπορούμε να διδαχθούμε πως να βλέπουμε, διότι εκ φύσεως το γνωρίζουμε μόνοι μας. Παρόμοια δε μπορούμε να γνωρίζουμε με τη διδασκαλία του άλλου το κάλλος της προσευχής. Διότι η προσευχή έχει ως διδάσκαλό της τον Θεό.
Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος
Όταν ανακαλύπτεις την πόρτα της καρδιάς σου, ανακαλύπτεις την πύλη του ουρανού.
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Η καρδιά είναι μικρό όργανο, αλλά μέσα της χωρούν τα πάντα: εκεί ο Θεός, εκεί οι άγιοι, εκεί ο θησαυρός της χάριτος. Σ’ αυτή να αποσύρεσαι συχνά να συγκεντρώσεις όλο σου το νου, να παρίστασαι νοερά ενώπιον του Θεού και να επικοινωνείς μαζί Του μυστικά.
Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος
Ο χριστιανός, που θυμάται να συνομιλήσει με τον Θεό μόνο όταν φτάσει η ορισμένη ώρα της προσευχής, δεν έχει ακόμη μάθει να προσεύχεται.
Aπό το Γεροντικόν
Δεν θα μας ζητήσει λόγο ο Θεός, γιατί δεν κάναμε προσευχή, αλλά γιατί δεν είχαμε επαφή με τον Χριστό και μας ταλαιπώρησε ο διάβολος.
Άγιος Ισαάκ ο Σύρος, Οι Ασκητικοί Λόγοι, Λόγος ΜΒ΄ σ. 153
Προσευχής καιρός έστω άπας ο βίος.
Μέγας Βασίλειος
Η προσευχή, πολλές φορές δεν αλλάζει τα πράγματα για σένα, αλλάζει εσένα για τα πράγματα.
Aπό το Γεροντικόν
Κύριε Βασιλιά, δώρησέ μου να βλέπω τα δικά μου πταίσματα και να μην κατακρίνω τον αδερφό μου.
Άγιος Εφραίμ ο Σύρος

 Απο την ιστοσελιδα του Ιερου ναου Παναγιας Φανερωμενης Χολαργου.

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Ι. ΝΑΟΣ ΑΓ. ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΠΟΛΙΟΥΧΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Tηλ. 210 – 4173529
E-mail: agspyridonpeiraios@gmail.com

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ Θ.ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΩΝ ΚΑΙ Ι. ΑΚΟΛΟΥΘΙΩΝ
ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ 2022

 Κάθε Δευτέρα, Τρίτη και Πέμπτη 07:00 – 09:00 το
πρωί θα τελούνται οι ακολουθίες του Όρθρου των
Ωρών και του Εσπερινού.
Στις 5:00 το απόγευμα θα τελείται η ακολουθία του
Μεγάλου Αποδείπνου.
Με την αλλαγή της ώρας η ακολουθία του Μεγάλου
Αποδειπνου θα τελείται στις 6.00μ.μ.

 Κάθε Τετάρτη και Παρασκευή 07:00 – 09:30 το
πρωί θα τελούνται οι ακολουθίες του Όρθρου, των
Ωρών και η Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων
Δώρων.

 Κάθε Παρασκευή το απόγευμα θα τελούνται δύο
ακολουθίες των Χαιρετισμών της Υπεραγίας
Θεοτόκου. Η πρώτη θα ξεκινάει στις 05:00 και η
δεύτερη στις 07:00.

 Κάθε Σάββατο 7:00 – 9:00 το πρωί θα τελούνται η
ακολουθία του Όρθρου και η Θεία Λειτουργία. Στις
5:00 το απόγευμα θα τελείται η ακολουθία του
Εσπερινού.

 Κάθε Κυριακή 7:00 – 10:00 το πρωί θα τελούνται η
ακολουθία του Όρθρου και η Θεία Λειτουργία του
Μεγάλου Βασιλείου. Στις 5:00 το απόγευμα θα
τελείται η ακολουθία Κατανυκτικού Εσπερινού.

 Ιερά εξομολόγησις
α) Κάθε Τετάρτη και Σάββατο, πρωί και απόγευμα π.
Χρήστος Τζανουδάκης
β) Κάθε Τρίτη και Πέμπτη, πρωί και απόγευμα π.
Βασίλειος Πόπης
γ) Κάθε Δευτέρα και Παρασκευή, πρωί και απόγευμα
π. Βασίλειος Σιγάλας

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2022

«Ο ΠΟΛΙΟΥΧΟΣ ΜΑΣ»

ΔΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΚΑΤΑΡΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ
ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΕΝΟΡΙΑΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΝΕΟΤΗΤΟΣ

Ι. ΝΑΟΥ ΑΓ. ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ
ΠΟΛΙΟΥΧΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΕΥΧΟΣ 36
ο
ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ – ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2022
Η εύρεση της Ιεράς εικόνος της Παναγίας Μεγαλόχαρης εν
Τήνω.
Κατά το έτος 1821 μ.Χ., η Θεοτόκος είχε χαρίσει την πρώτη
φανέρωση της θέλησής Της με την εμφάνισή της στο όνειρο ενός
απλού γέροντα κηπουρού, του μπάρμπα Μιχάλη Πολυζώη
καθοδηγώντας τον να πάει στο χωράφι του Αντωνίου Δοξαρά, να
σκάψει και να βρει το εικόνισμά της. Η προσπάθεια όμως έμεινε
άκαρπη και γρήγορα ήρθε η απογοήτευση και εγκαταλείφθηκε.
Δύο χρόνια αργότερα η Μοναχή Πελαγία (βλέπε 23 Ιουλίου) για
τρεις συνεχόμενες εβδομάδες (Κυριακή 9, 16 και 23 Ιουλίου 1822
μ.Χ.), έβλεπε στον ύπνο της την Παναγία να της ζητά να οργανώσει
ανασκαφές για να ξεθάψουν και να ανακαινίσουν τον Ναό Της που
είναι θαμμένος στον αγρό του Αντωνίου Δοξαρά, στη Χώρα. Η
Μοναχή συνοδεία της Ηγουμένης της Μονής ειδοποιεί τον
Μητροπολίτη της Τήνου Γαβριήλ, ο οποίος προσκαλεί τους
τοπικούς παράγοντες και το λαό της Τήνου στον Μητροπολιτικό
Ναό των Ταξιαρχών, παρακαλώντας τους να συνδράμουν, για το
σκοπό αυτό, όπως ο καθένας μπορούσε.
Ο λαός πρόθυμα άρχισε τις ανασκαφές στις αρχές Σεπτεμβρίου 1822

2

μ.Χ. από τις οποίες αποκαλύφθηκαν τα ερείπια παλαιού ναού του
Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Ωστόσο δεν βρέθηκε κανένα ίχνος
εικόνας γεγονός που επισκίασε το θετικό κλίμα και οδήγησε τον
κόσμο σιγά, σιγά στην εγκατάλειψη του εγχειρήματος.
Οι εργασίες επαναλαμβάνονται με περισσότερη οργάνωση και
πείσμα και στις 30 Ιανουαρίου 1823 μ.Χ. η αξίνα του Δημ. Βλάσση,
εθελοντή εργάτη από το χωριό Φαλατάδος, προσκρούει στο
θαυματουργό εικόνισμα του Ευαγγελισμού χωρίζοντας το στα δύο
μεταξύ της εικονιζόμενης Θεοτόκου και του Αρχαγγέλου.
Το Έθιμο «Φαναράκια»
Αστραπιαία η είδηση έφθασε σε κάθε σημείο του νησιού και αμέσως
όλοι οι Τήνιοι παράτησαν κάθε ασχολία και κατευθύνθηκαν στην
Χώρα να δουν και να προσκυνήσουν την εικόνα. Επειδή δε θα τους
προλάβαινε η νύχτα στο δρόμο, όλοι πήραν μαζί τους και από ένα
λαδοφάναρο.
Έτσι εκείνη τη νύχτα όλες οι στράτες και τα μονοπάτια του νησιού
γέμισαν φώτα καθώς στη σειρά μέσα στο σκοτάδι – σε τριάντα
χιλιάδες υπολογίζονται οι κάτοικοι της Τήνου μαζί με τους
πρόσφυγες από τα ελληνικά νησιά εκείνα τα χρόνια - κατέβαιναν οι
Τήνιοι από τα χωριά και τις εξοχές στη Χώρα, η οποία σημειωτέον
είχε εγκαταλειφθεί λόγω επιδημίας.
Το γεγονός της πάμφωτης νύχτας αποτυπώθηκε βαθειά στη μνήμη
των Τηνίων και έκτοτε, μαζί με τον εορτασμό της ευρέσεως της
εικόνας και τις λαμπρές εκδηλώσεις της εκκλησίας καθιερώθηκε να
εορτάζεται και με λαμπαδηφορία όπου συμμετέχουν όλοι οι Τήνιοι.
Πηγή: www.saint.gr

3
Η εορτή των Αγίων τριών Ιεραρχών

Ὁμοῦ δίκαιον τρεῖς σέβειν Ἑωσφόρους,
Φῶς τρισσολαμπὲς πηγάσαντες ἐν βίῳ.
Κοινὸν τὸν ὕμνον προσφέρειν πάντας θέμις,
Τοῖς ἐκχέασι πᾶσι κοινὴν τὴν χάριν.
Ἔαρ χελιδὼν οὐ καθίστησι μία·
Αἱ τρεῖς ἀηδόνες δὲ τῶν ψυχῶν ἔαρ.
Τὴν μὲν νοητὴν ἡ Τριὰς λάμπει κτίσιν,
Τριάς γε μὴν αὕτη δὲ τὴν ὁρωμένην.
Ἀπώλεσαν μὲν οἱ πάλαι Θεοῦ σέβας,
Ἐξ Ἡλίου τε καὶ Σελήνης ἀφρόνως·
Κὰλλoς γὰρ αὐτῶν θαυμάσαντες καὶ τάχος,
Ὥσπερ θεοῖς προσῆγον οὐκ ὀρθῶς σέβας.
Ἐκ τῶν τριῶν τούτων δὲ φωστήρων πάλιν,
Ἡμεῖς ἀνηνέχθημεν εἰς Θεοῦ σέβας,
Κάλλει βίου γάρ, τῇ τε πειθοῖ τῶν λόγων,
Πείθουσι πάντας τὸν μόνον Κτίστην σέβειν.
Κτίσιν συνιστᾷ τὴν δὲ τὴν ὁρωμένην,
Τὸ Πῦρ, Ἀήρ, Ὕδωρ τε, καὶ Γῆς ἡ φύσις.
Οἱ δ ̓ αὖ συνιστῶντές τε κόσμον τὸν μέγαν,
Τὴν πρὸς Θεόν τε Πίστιν, ὡς ἄλλην κτίσιν
Στοιχειακῆς φέρουσι Τριάδος τύπον.
Μέλει γὰρ αὐτοῖς οὐδενὸς τῶν γηΐνων,
Καὶ γήϊνον νοῦν ἔσχον οὐδὲν ἐν λόγοις.
Ὁ Γρηγόριος γὰρ πῦρ πνέει νοῦς τὸν λόγον,
Πρὸς ὕψος αὖ πείθοντα πάντα ἐκτρέχειν.
Τοῖς λιποθυμήσασι δ ̓ ἐκ παθῶν πάλιν,
Ἀναπνοὴ τις οἱ Βασιλείου λόγοι.
Μιμούμενος δὲ τὴν ῥοὴν τῶν ὑδάτων,
Ὁ καρδίαν τε καὶ στόμα χρυσοῦς μόνος,
Τοὺς ἐκτακέντας ἐκ παθῶν ἀναψύχει.
Οὕτω πρὸς ὕψος τὴν βροτῶν πᾶσαν φύσιν,
Ἐκ τῆς χθονὸς φέρουσι τοῖς τούτων λόγοις.
Λάμψεν ἑνὶ τριακοστῇ χρυσοτρισήλιος αἴγλη.

4

Η αιτία για την εισαγωγή της εορτής των Τριών Ιεραρχών στην
Εκκλησία είναι το εξής γεγονός:
Κατά τους χρόνους της βασιλείας του Αλεξίου του Κομνηνού (1081
- 1118 μ.Χ.), ο οποίος διαδέχθηκε στη βασιλική εξουσία τον
Νικηφόρο Γ’ τον Βοτενειάτη (1078 - 1081 μ.Χ.), έγινε στην
Κωνσταντινούπολη φιλονικία ανάμεσα σε λόγιους και ενάρετους
άνδρες. Άλλοι θεωρούσαν ανώτερο τον Μέγα Βασίλειο (βλέπε 1
Ιανουαρίου), χαρακτηρίζοντάς τον μεγαλοφυΐα και υπέροχη
φυσιογνωμία. Άλλοι τοποθετούσαν ψηλά τον ιερό Χρυσόστομο
(βλέπε 13 Νοεμβρίου) και τον θεωρούσαν ανώτερο από τον Μέγα
Βασίλειο και τον Γρηγόριο και, τέλος, άλλοι, προσκείμενοι στον
Γρηγόριο τον Θεολόγο (βλέπε 25 Ιανουαρίου), θεωρούσαν αυτόν
ανώτερο από τους δύο άλλους, δηλαδή από τον Βασίλειο και τον
Χρυσόστομο. Η φιλονικία αυτή είχε σαν αποτέλεσμα να διαιρεθούν
τα πλήθη των Χριστιανών και άλλοι ονομάζονταν «Ιωαννίτες»,
άλλοι «Βασιλείτες» και άλλοι «Γρηγορίτες».
Στην έριδα αυτή έθεσε τέλος ο Μητροπολίτης Ευχαΐτων, Ιωάννης ο
Μαυρόπους. Αυτός, κατά την διήγηση του Συναξαριστή, είδε σε
οπτασία τους μέγιστους αυτούς Ιεράρχες, πρώτα καθένα χωριστά
και στη συνέχεια και τους τρεις μαζί. Αυτοί του είπαν: «Εμείς, όπως
βλέπεις, είμαστε ένα κοντά στον Θεό και τίποτε δεν υπάρχει που να
μας χωρίζει ή να μας κάνει να αντιδικούμε. Όμως, κάτω από τις
ιδιαίτερες χρονικές συγκυρίες και περιστάσεις που βρέθηκε ο
καθένας μας, κινούμενοι και καθοδηγούμενοι από το Άγιο Πνεύμα,
γράψαμε σε συγγράμματα και με τον τρόπο του ο καθένας,
διδασκαλίες που βοηθούν τους ανθρώπους να βρουν τον δρόμο της
σωτηρίας. Επίσης, τις βαθύτερες θείες αλήθειες, στις οποίες
μπορέσαμε να διεισδύσουμε με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος,
τις συμπεριλάβαμε σε συγγράμματα που εκδώσαμε. Και ανάμεσά
μας δεν υπάρχει ούτε πρώτος, ούτε δεύτερος, αλλά, αν πεις τον ένα,
συμπορεύονται δίπλα του και οι δύο άλλοι. Σήκω, λοιπόν, και δώσε
εντολή στους φιλονικούντες να σταματήσουν τις έριδες και να
πάψουν να χωρίζονται για εμάς. Γιατί εμείς, και στην επίγεια ζωή
που είμασταν και στην ουράνια που μεταβήκαμε, φροντίζαμε και
φροντίζουμε να ειρηνεύουμε και να οδηγούμε σε ομόνοια τον
κόσμο. Και όρισε μία ημέρα να εορτάζεται από κοινού η μνήμη μας

5

και καθώς είναι χρέος σου, να ενεργήσεις να εισαχθεί η εορτή στην
Εκκλησία και να συνταχθεί η ιερή ακολουθία. Ακόμη ένα χρέος σου,
να παραδόσεις στις μελλοντικές γενιές ότι εμείς είμαστε ένα για τον
Θεό. Βεβαίως και εμείς θα συμπράξουμε για τη σωτηρία εκείνων
που θα εορτάζουν τη μνήμη μας, γιατί έχουμε και εμείς παρρησία
ενώπιον του Θεού».
Έτσι ο Επίσκοπος Ευχαΐτων Ιωάννης ανέλαβε τη συμφιλίωση των
διαμαχόμενων μερίδων, συνέστησε την εορτή της 30ης Ιανουαρίου
και συνέγραψε και κοινή Ακολουθία, αντάξια των τριών Μεγάλων
Πατέρων.
Η εορτή αυτής της Συνάξεως του Μεγάλου Βασιλείου, του
Γρηγορίου του Θεολόγου και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου,
αποτελεί το ορατό σύμβολο της ισότητας και της ενότητας των
Μεγάλων Διδασκάλων, οι οποίοι δίδαξαν με τον άγιο βίο τους το
Ευαγγέλιο του Χριστού. Είναι εκείνοι, οι οποίοι εξ’ αιτίας της
ταπεινώσεώς τους μπροστά στην αλήθεια, έχουν λάβει το χάρισμα
να εκφράζουν την καθολική συνείδηση της Εκκλησίας και ότι
διδάσκουν δεν είναι απλώς δική τους σκέψη ή προσωπική τους
πεποίθηση, αλλά είναι επιπλέον η ίδια η μαρτυρία της Εκκλησίας,
γιατί μιλούν από το βάθος της καθολικής της πληρότητας.
Περί τις αρχές του 14ου αιώνα μ.Χ. ανεγέρθη ναός των Τριών
Ιεραρχών κοντά στην Αγία Σοφία Κωνσταντινούπολης, δίπλα
σχεδόν στη μονή της Παναχράντου.

Site: www.saint.gr
Ομιλία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στην Υπαπαντή
του Κυρίου
Δεν φορεί μόνο σάρκα ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, αλλά και
περιτέμνεται σύμφωνα με τον Μωσαϊκό νόμο, για να μην έχη
πρόφασι η απιστία των Ιουδαίων. Γιατί έρχεται προς τον νόμο για

6

χάρι του ίδιου του νόμου, για να ελευθερώση τους μαθητές του
μέσω της πίστεως που βασιζόταν στον νόμο. Και παίρνει σάρκα και
περιτέμνεται κι αυτός μαζί με τους Ιουδαίους. Πήρε το ίδιο με
αυτούς σώμα, πήρε και την ίδια περιτομή. Έκανε αναντίρρητη την
συγγένειά Του με αυτούς, ώστε να μη τον αρνηθούν, Αυτόν, ο
οποίος ήταν ο Χριστός που έρχεται από την γενιά του Δαυίδ, και που
αυτοί προσδοκούσαν. Έδειξε το γνώρισμα της συγγενείας Του με
αυτούς. Γιατί, αν ακόμη και μετά την περιτομή Του έλεγαν «δεν
ξέρουμε από πού είναι»[1], εάν δεν είχε περιτμηθή κατά σάρκα, η
άρνησίς τους θα είχε κάποια εύλογη πρόφασι.
«Όταν συμπληρώθηκαν οι οκτώ ημέρες»: Γιατί ο νόμος ορίζει την
ογδόη ημέρα να γίνεται η περιτομή, και όταν φθάση η ογδόη,
έρχεται μέσα ο γιατρός και πιάνει το μαχαιράκι και κάνει τα της
τέχνης του. Δεν ισχύει δε τότε η αργία του Σαββάτου λόγω της
περιτομής.
Ας ρωτήσουμε λοιπόν τους Ιουδαίους: Ανάπαυσις το Σάββατο·
τέλεια αργία αυτή την ημέρα... Για ποια λοιπόν αιτία η ογδόη
εκτοπίζει την εβδόμη; Γιατί η ογδόη γίνεται ανώτερη από την
εβδόμη; Όμως οι Ιουδαίοι δεν γνωρίζουν τα των Ιουδαίων. Ενώ η
Εκκλησία του Χριστού και τον Χριστό γνωρίζει και τις Ιουδαϊκές
διδασκαλίες. Περιτέμνεται λοιπόν το παιδί την ογδόη ημέρα, επειδή
κατά την ογδόη η Ανάστασις, δηλαδή η Κυριακή, έμελλε να αποβή
η περιτομή[2] όλου του κόσμου. Γιατί άλλωστε δεν διέταξε ο
Μωυσής να γίνεται η περιτομή την έκτη ημέρα; Γιατί όχι την εννάτη
ή την δεκάτη; Είναι λοιπόν προφανής η σημασία της ογδόης ημέρας,
κατά την οποία γίνεται η Ανάστασις του Κυρίου. Όποιος λοιπόν δεν
πιστεύει στην Ανάστασι είναι απερίτμητος στην καρδιά, αφού με την
απιστία του αποξενώνεται από τον Θεό. Ενώ η περιτομή της πίστεως
είναι αληθινή γνώσις και αίσθησις. Γι' αυτό, αγαπητέ μου, η
περιτομή δίδεται θεωρητικά στους πιστούς υπό την έννοια του αγίου
βαπτίσματος. Το δε άγιο βάπτισμα είναι τύπος της Αναστάσεως του

7

Χριστού. Να περάσης λοιπόν από την σάρκα στο πνεύμα και από τα
σωματικά στο μεγαλείο του πνεύματος και θα βρης εκεί μεν
περιτομή σαρκική, εδώ δε περιτομή πνευματική και κάθαρσι από τις
αμαρτίες. Ογδόη ημέρα είναι η περιτομή· η δε ογδόη ημέρα είναι και
η ανάστασις· της δε αναστάσεως τύπος είναι το βάπτισμα. Δέστε
πώς από τα μικρά προοδεύουμε στα μεγαλύτερα, από τα σωματικά
στα πνευματικώτερα. Να έλθουν λοιπόν οι Ιουδαίοι κι αυτοί και να
προοδεύσουν. Γιατί πρέπει να προοδεύσουν από τα σαρκικά και να
μην αρκεστούν σ' αυτά.
Λοιπόν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο οποίος δεν ήλθε να
καταλύση τον νόμο, αλλά να τον εκπληρώση, περιετμήθη κι αυτός
μαζί με τους Ιουδαίους. Λέγει λοιπόν ο Ευαγγελιστής:
«Συμπληρώθηκαν οκτώ ημέρες για την περιτομή του και του δόθηκε
το όνομα Ιησούς, όπως ωνομάστηκε από τον άγγελο προτού να
συλληφθή στην κοιλιά της μητέρας του». Εμείς δηλαδή παίρνουμε
το όνομα μετά την γέννησί μας, ενώ ο Ιησούς παίρνει το όνομά του
προτού να γεννηθή. Γιατί υπήρχε και προτού να συλληφθή.
Ωνομάστηκε δε Ιησούς, επειδή το έργο του ήταν έργο Σωτήρος.
«Και όταν συμπληρώθηκαν, λέει, οι ημέρες του καθαρισμού τους
σύμφωνα με τον νόμο του Μωυσέως». Τίνος καθαρισμού; Της
Μαρίας και του Ιωσήφ. Διέταζε δηλαδή ο νόμος, η γυναίκα που
μόλις είχε γεννήσει να καθαρίζεται και να φυλάγη τις ημέρες και να
μην βγαίνη εξω.
«Όταν λοιπόν συμπληρώθηκαν οι ημέρες του καθαρισμού σύμφωνα
με τον νόμο του Μωυσέως» — καίτοι δεν υφίστατο τέτοια ανάγκη
για την Παρθένο, αλλ' όμως εκπληρωνόταν ετσι ο νόμος — «τον
ανέβασαν στα Ιεροσόλυμα, για να τον προσφέρουν στον Κύριο,
όπως έχει γραφή στον νόμο του Κυρίου». Όπου ο λόγος είναι για
σωματικό καθαρισμό, λέει «σύμφωνα με τον νόμο του Μωυσέως»·
όπου για προσφορά του Αγίου, «όπως έχει γραφτή, λέει, στον νόμο
του Κυρίου». Όχι ότι ο νόμος του Μωυσέως δεν ήταν νόμος του

8

Κυρίου· διότι, όσα λέει ένας προφήτης κινούμενος από το Άγιο
Πνεύμα, δεν τα λέει μόνος, αλλά ο Κύριος του τα υπαγορεύει.
Επειδή όμως και ο καθαρισμός είχε χαρακτήρα σωματικό, γι’ αυτό
λέει «νόμο του Μωυσέως». Όταν όμως προσφερόταν το πρωτότοκο,
λέει «κατά τον νόμο του Κυρίου» τιμώντας έτσι το νεογέννητο.
«Όπως είναι γραμμένο στον νόμο του Κυρίου: κάθε αρσενικό που
διανοίγει μήτρα να ονομασθή άγιο και αφιερωμένο στον Κύριο».
Αυτή λοιπόν η φράσις και η διάταξις ολόκληρη και η αφορμή της
διατάξεως βάλθηκε γι' αυτόν που επρόκειτο να διανοίξη μήτρα.
Γιατί όλα τα πρωτότοκα των ζώων και των ανθρώπων ουδέποτε
διήνοιξαν μήτρα, αλλά ήταν απλώς και μόνο πρωτότοκα. Εκείνος
όμως που γεννήθηκε από μητέρα παρθένο, αυτός μόνο διήνοιξε
μήτρα. Κάνε μου λοιπόν την χάρι και πρόσεξε ότι η διατύπωσις
όλου αυτού του νόμου έγινε για εκείνον μόνο που επρόκειτο να
γεννηθή από μητέρα παρθένο. Πώς όμως να την κατανοούσαν οι
Ιουδαίοι; Γιατί σαν σαρκικοί που είναι απέχουν πολύ από του να
καταλάβουν τα νοήματα της πνευματικής διδασκαλίας.
Έπειτα ανεβαίνουν «για να προσφέρουν θυσία, σύμφωνα με αυτό
που λέει ο νόμος του Κυρίου, ένα ζευγάρι από τρυγόνια ή δύο
νεοσσούς από περιστέρια»[3]. Έγιναν δε και αυτά τυπικά, κατά τον
νόμο, ώστε να μην υπάρχη καμμιά έλλειψις στην πιστή εκτέλεσι του
νόμου. Αυτά είναι συγκεκαλυμμένα νοήματα του Μωσαϊκού νόμου.
Ας έλθουμε όμως στην εξήγησι του Ευαγγελίου.
«Και να, υπήρχε ένας άνθρωπος στην Ιερουσαλήμ που ωνομαζόταν
Συμεών. Και ο άνθρωπος αυτός ήταν δίκαιος και ευλαβής και το
Πνεύμα του Θεού ήταν επάνω του. Αυτός είχε λάβει αποκάλυψι από
το Άγιο Πνεύμα ότι δεν θα τελείωνε την ζωή του προτού δη τον
Χριστό τον Κυρίου». Γέροντας ήταν ο Συμεών και περίμενε την
εκπλήρωσι της υποσχέσεως. Έμενε στον ναό μέσα και μονολογούσε:
Όπου και να γεννηθή, οπωσδήποτε εδώ θα παρουσιασθή.

9

«Αυτός ήλθε κατ' έμπνευσιν του Πνεύματος στον ναό» εκείνη την
ώρα που οι γονείς έφερναν εκεί το παιδί. Διότι βέβαια πολλές φορές
ερχόταν, αλλά με δική του πρόθεσι. Τότε όμως οδηγημένος από το
Άγιο Πνεύμα στην κατάλληλη στιγμή, έρχεται, για να λάβη την
εκπλήρωσι της υποσχέσεως.
«Αυτός δέχτηκε στην αγκαλιά του τον Ιησού και ευλόγησε τον Θεό
και είπε: Σήμερα αφήνεις ελεύθερο τον δούλο σου, Δέσποτα, να
πεθάνη κατά τον λόγο σου με ειρήνη». Από πού τον αφήνεις
ελεύθερο; Από τον στίβο της ζωής. Γιατί είναι γεμάτα λύπη τα
βιοτικά πράγματα. Η ζωή είναι φυλακή. Εκείνος λοιπόν ήθελε να
ελευθερωθή. Εάν όμως κάποιος την αναχώρησι από την εδώ ζωή την
θεωρή ζημία αυτός δεν είναι ακόμη τέλειος στην πίστι.
Εκείνος όμως έλεγε: «Σήμερα αφήνεις ελεύθερο τον δούλο σου,
Δέσποτα, να πεθάνη κατά τον λόγο σου με ειρήνη». Διότι αυτός που
πρόκειται να κάμη ειρήνη με τον κόσμο έφθασε· ο ειρηνοποιός έχει
έλθει- εκείνος που συνδέει τον ουρανό με την γη και μετατρέπει την
γη σε ουρανό με την ευαγγελική διδασκαλία έχει καταφθάσει.
Ο Συμεών φωνάζει: «Σήμερα αφήνεις ελεύθερο τον δούλο σου,
Δέσποτα, να πεθάνη κατά τον λόγο σου με ειρήνη, γιατί είδαν τα
μάτια μου την σωτηρία σου», λέει. Τι είναι αυτό που λέει;
Προηγουμένως δηλαδή πίστευα με την διάνοιά μου και γνώριζα με
τον λογισμό μου. Τώρα όμως είδαν και τα μάτια μου. Και εκείνο
που προσδοκούσα με την καρδιά μου, να που το είδαν τα μάτια μου
εκπληρωμένο. Και ποιο είναι αυτό; «Είδα, λέει, την σωτηρία σου».
Ποια σωτηρία; «Αυτήν που ετοίμασες ενώπιον όλων των λαών». Όχι
του λαού του ενός ούτε του λαού του Ισραήλ μόνο, αλλά «ενώπιον
όλων των λαών». Γιατί αυτός που γεννήθηκε είναι διδάσκαλος όλων
των ανθρώπων.
«Φως που θα είναι αποκάλυψις για τους εθνικούς και δόξα για τον
λαό σου τον Ισραήλ». Γιατί φως; Επειδή ακριβώς οι εθνικοί

10

βρίσκονταν στο σκοτάδι. Επειδή τα σκοτισμένα ειδωλολατρικά έθνη
φωτίζονταν.
«Φως που θα είναι αποκάλυψις για τους εθνικούς και δόξα για τον
λαό σου τον Ισραήλ». Εδώ η δόξα και εκεί η αποκάλυψις. Εκεί η
αρχή της διδασκαλίας, εδώ η πρόοδος της μαθήσεως.
«Δόξα για τον λαό σου τον Ισραήλ». Αλλά εδώ σίγουρα θα ρωτήση
κάποιος: Και πού είναι οι Ισραηλίτες; Έχεις τον Πέτρο, έχεις τον
Παύλο, έχεις τον Ιωάννη, έχεις τις τρεις χιλιάδες, έχεις τις πέντε
χιλιάδες, έχεις την Εκκλησία της Ιερουσαλήμ, έχεις αυτούς που
πίστεψαν από τις τάξεις των Ιουδαίων. Γιατί μέσα στους πιστούς
βρισκόταν το έθνος. «Εάν ο Κύριος των Δυνάμεων δεν άφηνε για
σπόρο μια μικρή μερίδα πιστού λαού ανάμεσά μας, θα είχαμε γίνει
σαν τα Σόδομα και θα είχαμε όμοια τύχη με τα Γόμορρα»[4]. Διότι
λέει επίσης ο Θεός: «Κράτησα για τον εαυτό μου επτά χιλιάδες
άνδρες, οι οποίοι δεν γονάτισαν να προσκυνήσουν τον Βάαλ»[5].
Έτσι μέσα στον λαό φυλαγόταν το σπέρμα της πίστεως και δεν
χάθηκε ο λαός — μη γένοιτο — ούτε εξαχρειώθηκαν όλοι οι
Ιουδαίοι. Αφού και τώρα, σ' αυτή την μακάρια κατάστασι και κλήσι
των Χριστιανών πολλοί είναι οι καλεσμένοι, λίγοι όμως οι εκλεκτοί.
Ο Χριστός δηλαδή κάλεσε όλη την οικουμένη και ετοίμασε το άγιο
τραπέζι του Ευαγγελίου. Αλλά όταν έλθη στη Δευτέρα Παρουσία,
μπαίνει μέσα και κάνει ξεδιάλεγμα και εξετάζει με προσοχή τους
συνδαιτυμόνες. Κι αν βρη κανένα να μη έχη ένδυμα κατάλληλο για
γάμο του λέει: «Φίλε, πώς μπήκες εδώ μέσα χωρίς γαμήλιο
ένδυμα;»[6] Και θα τον βγάλη έξω καθώς ακούσαμε στα Ευαγγέλια.
Ώστε, όπως και εκεί έγινε εκλογή, έτσι και εδώ θα γίνη εκλογή.
Μήπως δηλαδή, επειδή έχουμε κληθή, πρέπει στο εξής να
αλαζονευώμαστε, σαν να έχουμε, αλήθεια, εξασφαλίσει την
τελειότητα; Λοιπόν, η πτώσις εκείνων ας γίνη δική μας ασφάλεια.
Έτσι, αγαπητέ, ούτε ο λαός χάθηκε ολόκληρος, ούτε όλος
εξαχρειώθηκε, ούτε όλος απίστησε, ούτε όλος κατεδίωξε τους

11

Αποστόλους, αλλά με το κήρυγμα των Αποστόλων πίστευσαν
αμέσως τρεις χιλιάδες, χωρίς τις γυναίκες και τα παιδιά. Και έγινε
στην Ιερουσαλήμ Εκκλησία αναρίθμητη, ενώ ακόμη δεν είχε
καταστραφή ο Ναός, ενώ ακόμη δεν είχαν εκδιωχθή oι Ιουδαίοι, ενώ
ακόμη δεν είχε γκρεμισθή η Ιερουσαλήμ. Οικοδομήθηκε Εκκλησία
και τα λόγια του Ιωάννη έγιναν ξεκάθαρη αλήθεια: «Εκείνος πρέπει
να μεγαλώνη, εγώ δε να μικραίνω»[7].
Ο Συμεών λοιπόν που είναι προφήτης λέγει: «Δόξα για τον λαό σου
τον Ισραήλ». Γιατί ήταν δόξα γι' αυτούς που προσδοκούσαν η
συνάντησις εκείνου τον οποίο προσδοκούσαν.
Και αναλογίζονταν ο Ιωσήφ και η Μαρία αυτά που άκουγαν: Ο
άγγελος έφερε την ευχάριστη είδησι, οι μάγοι τον εγνώρισαν, οι
ποιμένες τον έμαθαν, οι στρατιές των αγγέλων χόρευαν, το αστέρι
από πάνω τον ανήγγειλε, ο Συμεών προφητεύει, η Άννα η κόρη του
Φανουήλ προφητεύει, η γη αγαλλόταν, ο ουρανός μίλησε με το
αστέρι, οι μάγοι αρνήθηκαν τον τύραννο, οι ποιμένες προσκύνησαν
τον αρχιποιμένα, όλα τον εγνώρισαν, η μητέρα ήξερε, ο Ιωσήφ
πληροφορήθηκε, έτρεμαν για όσα έγιναν, όμως κατάλαβαν την
έκβασι των γεγονότων.
«Και ο Συμεών τους ευλόγησε και είπε στην Μαριάμ την μητέρα
του: Αυτός πρόκειται να γίνη πτώσις και έγερσις για πολλούς μέσα
στον Ισραήλ και σημείο αντιλεγόμενο». Πτώσις για ποιους; Σαφώς
γι' αυτούς που απιστούν, αυτούς που αντιλέγουν, αυτούς που τον
σταυρώνουν. Και έγερσις για ποιους; Αυτούς που τον αναγνωρίζουν
και τον ομολογούν με ευγνωμοσύνη.
«Και σημείο αντιλεγόμενο». Ποιο σημείο αντιλεγόμενο; Το σημείο
του Σταυρού, που η Εκκλησία το θεωρεί σωτηρία του κόσμου, που
οι Ιουδαίοι το εχθρεύονται και που πολλές φορές και ο ουρανός το
διεκήρυξε. Αμφισβητείται το σημείο, για να νικήση η αλήθεια. Γιατί
χωρίς αντίλογο δεν μπορεί να γίνη ολοκληρωμένη νίκη. Έπρεπε
λοιπόν να εμφανισθή η αντιλογία, για να εκδώση την απόφασί του ο

12

δικαστής, αφού μακροθυμήση μέχρι το τέλος των αιώνων. Γι' αυτό
λέει «και σημείο αντιλεγόμενο». Αντιλέγουν δε εκείνοι που
απιστούν.
Και συ, λέει, θεωρείσαι μητέρα. Άραγε λοιπόν εσύ θα μείνης εκτός
πειρασμού, επειδή συμφώνησες να γίνης μητέρα, επειδή τον
εγέννησες, επειδή έκρινες καλό να του δανείσης την μήτρα σου;
(Διότι η κοιλιά σου έγινε δοχείο της ενεργείας του Αγίου
Πνεύματος). Άραγε λοιπόν θα μείνης εκτός πειρασμού, επειδή έγινες
Θεοτόκος, επειδή συνέλαβες χωρίς πείρα γάμου, επειδή
καταστάθηκες Μητέρα του Δημιουργού σου; Άραγε εσύ θα μείνης
εκτός πειρασμού; Ούτε κι εσύ θα μείνης εκτός πειρασμού, αλλά «κι
εσένα την ίδια μια ρομφαία θα σου διαπεράση την ψυχή». Γιατί,
Κύριε μου; Σε τι αμάρτησα; Σε τίποτε δεν αμάρτησες βέβαια. Όταν
όμως Τον δης κρεμασμένο στον Σταυρό, όταν Τον δης να υποφέρη
για όλο τον κόσμο, όταν δης στον Σταυρό τα χέρια Του τρυπημένα
και καρφωμένα στο ξύλο, τότε θα αρχίσης να αμφιβάλλης και να
λες: Αυτός είναι εκείνος για τον οποίο μου μίλησε ο άγγελος; Αυτός
είναι εκείνος στον οποίο έγινε το θαύμα της συλλήψεως; Παρθένος
ήμουν και γέννησα και έμεινα πάλι παρθένος. Γιατί λοιπόν αυτός
σταυρώνεται;
«Κι εσένα την ιδια μια ρομφαία θα σου διαπεράση την ψυχή». Ώστε,
σύμφωνα με την προφητεία του δικαίου Συμεών, κανένας δεν έμεινε
εκτός πειρασμού. Ο Πέτρος, ο κορυφαίος από τους μαθητές, τον
αρνήθηκε τρεις φορές. Οι άλλοι μαθητές τον εγκατέλειψαν και
έφυγαν. Ούτε είχε άλλωστε ο τσομπάνος ανάγκη από τα πρόβατα για
να τον προστατεύσουν, ενόσω αυτός έδιωχνε τους λύκους, ούτε ο
αγωνιστής είχε ανάγκη από βοηθούς, αλλά όλοι τους έφυγαν. Και ο
Χριστός έμεινε μόνος κρεμασμένος στον Σταυρό σαν κριάρι έτοιμο
για θυσία. Λοιπόν και αυτής την ψυχή την διεπέρασε η ρομφαία: ο
πειρασμός δηλαδή και η αμφιβολία.
«Κι εσένα την ίδια μια ρομφαία θα σου διαπεράση την ψυχή, ώστε

13

να αποκαλυφθούν από πολλές καρδιές οι λογισμοί». Πάσχει λοιπόν
ο Ιησούς, για να ελέγξη την απιστία και για να γεμίση από
ευγνωμοσύνη τις καρδιές αυτών που Τον πιστεύουν. Αντιλέγεται το
σημείο, για να ελεγχθούν αυτοί που αντιλέγουν από κακία. Γιατί, αν
η αλήθεια ήταν από κάθε άποψι αναντίρρητη για τους ανθρώπους,
τότε η ευσέβεια θα έμενε αδοκίμαστη. Όμως με το να γίνεται
παραχώρησις στην αντιλογία, δοκιμάζεται η ελεύθερη εκλογή της
αλήθειας. Αντιλέγεται το σημείο. Γιατί πώς αλλιώς θα δοκιμάζονταν
οι μάρτυρες στους διωγμούς; Πώς θα αγωνίζονταν και θα
αναδεικνύονταν νικητές με την καρτερία τους; Δες πόσο ωφέλησε η
αντιλογία, αφού έφτιαξε όχι πιστούς απλώς, όπως θάλεγε κανείς,
αλλά και μάρτυρες που έφθασαν μέχρι τα βασανιστήρια και τον
θάνατο και παρουσίασαν μια απόδειξι της χάριτος του Χριστού με
την καρτερία τους.
Όταν λοιπόν ο Συμεών λέει «ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν
πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον», εννοείται ότι
ούτε την πτώσι την προξενεί αυτός, ούτε την ανάστασι την
προσφέρει με την βία, αλλά «κείται εις πτώσιν» αυτών που
σκοντάφτουν στον λίθο του προσκόμματος και «εις ανάστασιν»
εκείνων που πιστεύουν με την αγαθή τους προαίρεσι. Διότι λέει
«κείται». Σαν να έλεγε κανείς: Το φως ανατέλλει για να βλέπουν οι
υγιείς, ενώ αυτοί που τους πονούν τα μάτια να απομακρυνθούν
ακόμη περισσότερο από την λάμψι του φωτός. Γιατί πώς αλλιώς θα
ήταν δυνατόν οι πρώτοι να πέσουν και να είναι αξιοκατάκριτοι, ενώ
οι δεύτεροι να σηκωθούν με χρηστές ελπίδες που προέρχονται από
την καλή τους προαίρεσι, αν δεν υπήρχε το «αντιλεγόμενο σημείο»;
Γιατί λέει ο Συμεών «και εις σημείον αντιλεγόμενον»; Για να μη
προξενήση η αντιλογία απορία στους πιστούς. Το να αμφισβητείται
δε και η αλήθεια του Θεού, είναι φανερό ότι αυτό γίνεται, επειδή το
επιτρέπει ο Θεός. Κανένας δηλαδή δεν μπορεί να προβάλη καμμιά

14

αντίρρησι, αν δεν το επιτρέψη αυτό ο Θεός. Είναι όντως αναγκαία η
παραχώρησι αυτή εκ μέρους του Θεού, για να φανερωθούν οι άξιοι.
Θα έλθη όμως εποχή που δεν θα υπάρχη πια καμμιά αντίρρησις.
Όταν δηλαδή το σημείο του Σταύρου θα λάμψη σαν προάγγελος του
Κυρίου από τον ουρανό, «τότε θα κλίνη κάθε γόνυ στα επουράνια
και στα επίγεια και στα καταχθόνια και κάθε γλώσσα θα ομολογήση
ότι ο Χριστός είναι Κύριος προς δόξαν του Θεού Πατρός»[8]. Όσο
δηλαδή το σημείο αυτό φαίνεται μόνο του και είναι απλό σημείο και
δεν φαίνεται πουθενά ο σημαινόμενος, το σημείο θα αντιλέγεται.
Όταν όμως ο ίδιος ο σημαινόμενος αποκαλύψη τον εαυτό του κατά
την Δευτέρα Παρουσία, τότε πια κανείς δεν θα τολμά να αντιλογήση
στο σημείο, γιατί ο σημαινόμενος θα έχη καταφθάσει με ολοφάνερη
την θεότητά του εναντίον εκείνων που Τον αρνούνται. Τότε εκείνοι
που προηγουμένως είχαν δεχθή το σημείο θα δοξασθούν από αυτόν
που εκείνο υποδήλωνε, ενώ εκείνοι που αμφισβήτησαν το σημείο θα
καταδικασθούν από τον υποδηλωθέντα. Και αυτό θα είναι τότε το
τέλος της αντιλογίας, το τέλος της πλάνης, το τέλος της αμφιβολίας,
το τέλος της απιστίας, η αρχή δε των βραβείων και των στεφάνων.
Αυτά μακάρι όλοι μας να τα επιτύχουμε με την χάρι του Κυρίου
ημών Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και το κράτος στους
ατελεύτητους αιώνες. Αμήν.

Site: www.impantokratoros.gr