Πέμπτη 25 Μαρτίου 2021

Η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή: Η προετοιμασία και η πορεία προς το Πάσχα


Η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι η Χριστιανορθόδοξη χρονική περίοδος της νηστείας και της πνευματικής, ψυχικής και σωματικής

προετοιμασίας των πιστών για το Άγιο Πάσχα. Ονομάστηκε Τεσσαρακοστή, σε ανάμνηση της νηστείας του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού στην έρημο, η οποία είχε διαρκέσει σαράντα ημέρες. Είναι η αρχαιότερη από όλες τις μεγάλες νηστείες της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Καθιερώθηκε τον 4ο μ.Χ. αιώνα. Αρχικά διαρκούσε έξι εβδομάδες, ενώ αργότερα προστέθηκε και άλλη μία εβδομάδα. Διαρκεί συνολικά 48 ημέρες, μαζί με την Μεγάλη Εβδομάδα. Ξεκινά την Καθαρά Δευτέρα και τελειώνει το Μεγάλο Σάββατο.

Βέβαια, η ονομασία Μεγάλη Τεσσαρακοστή ή Μεγάλη Σαρακοστή, δεν οφείλεται στη μεγάλη διάρκειά της, αλλά  στην μεγάλη σημασία του κοσμοσωτηρίου γεγονότος της Αναστάσεως του Κυρίου μας, και σε ανάμνηση των παθών Του. Μέσα σε αυτό το στάδιο των αγώνων, με τη νηστεία, την εξομολόγηση, την προσευχή, την ελεημοσύνη, τις συχνές ακολουθίες, και όλα τα πνευματικά παλέματα προετοιμάζεται ο κάθε Χριστιανός για να αναστηθεί κι αυτός από τα πάθη και τις αμαρτίες του.

Και, με τη βοήθεια του Θεού, ξεκινά αυτό το πνευματικό μας οδοιπορικό προς το Άγιο Πάσχα. Εγκαινιάζεται η προετοιμασία  μας με το τριήμερο, που είναι οι τρεις πρώτες ημέρες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.  Τρεις ημέρες απόλυτης νηστείας, ασιτίας, χωρίς καθόλου φαγητό και νερό, κυρίως στη λαύρα του Αγίου Σάββα, στο γυναικείο κοινόβιο στη Βηθανία, αλλά και σε άλλα μοναστήρια των Αγίων Τόπων. Είναι δύσκολο το τριήμερο αυτό. Δεν είναι εύκολη υπόθεση, αλλά βοηθά με τον καλύτερο τρόπο στην έναρξη του πνευματικού μας αγώνα. Μοιάζει με πένθος, μιας και κόβονται εντελώς οι σωματικές μας δυνάμεις και το μυαλό μας περιορίζεται μόνον στα πνευματικά. Ούτε διακονίες, ούτε διακονήματα τις τρεις αυτές πρώτες ημέρες, παρά μόνον προσευχή και ακολουθίες.

Έτσι λοιπόν, η Καθαρά Εβδομάδα, ή η Καθαροβδομάδα όπως επίσης λέγεται  -επειδή οι πιστοί «καθαίρονται δια της νηστείας»- είναι η αρχή της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Μας εισάγει σε μια περίοδο μετανοίας και αποτοξίνωσης -σωματικής και ψυχικής- με μοναδικό προσανατολισμό τον Θεό και το Άγιο Πάσχα.

«Μετανοίας καιρός και δεήσεως ώρα», όπως λέει και το τροπάριο.

Όσοι, εδώ στην Αγία Γη, ζήσαμε και προλάβαμε τους παλαιούς αγιοταφίτες πατέρες, τον γέροντα Σεραφείμ τον Σαββαϊτη, τον γέροντα Θεοδόσιο της Βηθανίας, τον π. Σωφρόνιο τον τυπικάρη του Αγίου Κωνσταντίνου αλλά και πολλούς άλλους, διαπιστώσαμε πόσο πιστοί τηρητές ήταν των ιερών κανόνων, της νηστείας και του ιερού πηδαλίου.

Ο π. Σεραφείμ νήστευε μέχρι τα 102 του χρόνια, ο μοναχός π. Φιλάρετος ο Κύπριος μέχρι τα 89 του χρόνια, ο π. Δαμασκηνός στον Άγιο Σάββα μέχρι τα 90 του χρόνια, όχι μόνον αυτοί, αλλά και πόσοι άλλοι διακριτικοί πατέρες των Ιεροσολύμων...

Ίσως σε πολλούς φανεί ως υπερβολή, όμως υπήρχαν και υπάρχουν αγιοταφίτες πατέρες που νήστευαν και νηστεύουν με πλήρη αποχή από τροφή και νερό όλη την πρώτη εβδομάδα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και κοινωνούσαν και κοινωνούν το πρώτο Σάββατο των Νηστειών.

Εμείς οι νεώτεροι ως αμαθείς και αρχάριοι τους ρωτούσαμε: «Γιατί άραγε τόση υπερβολή στη νηστεία;».

Και εκείνοι μας απαντούσαν τόσο σοφά και πατερικά: «Διότι, όσο ο έξω άνθρωπος φθείρεται, τόσο ο έσω άνθρωπος  -τουτέστιν η ψυχή-  ζωογονείται και τρέφεται! Όσο παιδεύουμε τη σάρκα και την κοιλία, τόσο ωφελείται το πνεύμα». «Καλύτερα», έλεγαν, «να φονεύσω εγώ τη σάρκα, παρά η σάρκα να φθείρει  τη ψυχή μου που είναι αθάνατη!».

«Νηστεία, αγρυπνία, προσευχή ουράνια χαρίσματα λαβών». Καθώς και «εγκράτεια, εκγύμνασις και της τροφής λιτότης και έγερσις εωθινή εστί μακροβιότης.».

Ήταν θυμάμαι Καθαροβδομάδα του 1995. Ένα μικρό γκρουπ Ελλήνων προσκυνητών είχε επισκεφθεί, στη Μονή των Ποιμένων, τον γέροντα Σεραφείμ. Τους έλεγε λοιπόν, μεταξύ άλλων:  «...μην είστε παιδιά μου πλεονέκτες, γιατί η πλεονεξία θα φέρει κακό, θα επιφέρει κρίση! Γιατί; Διότι αυτό που περισσεύει δεν είναι δικό σου, δεν είναι δικό μου, αλλά είναι του πτωχού, είναι της χήρας, του ορφανού, του αρρώστου, του φυλακισμένου ή όποιου άλλου έχει ανάγκη. Δεν είναι για τις τράπεζες του κόσμου τούτου, αλλά για αποταμίευση μέσω ελεημοσυνών στις τράπεζες των ουρανών!». Πόσο επίκαιρα είναι στις ημέρες μας τα λόγια του γέροντα Σεραφείμ,; Πόσο αληθινά ακούγονται  τα λόγια του, εδώ που έχουμε φθάσει παγκοσμίως;

Μόλις έμπαινε η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή μας προέτρεπαν οι πατέρες σε ακόμα περισσότερη προσευχή. Μας προέτρεπαν σε εντονότερη ανάγνωση και μελέτη των θείων γραφών, των συναξαρίων, των βίων των αγίων μας. «Είναι σπουδαία τροφή», μας έλεγαν, «τροφή θρεπτική-βιταμινούχα της ψυχής».

Ευλογημένοι μας αδελφοί,

δι' ευχών όλων των αγίων, είθε αυτή η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή που ξεκινά να είναι σαρακοστή νέας αρχής, κάθαρσης, αγιασμού, μετανοίας ειλικρινούς, θέωσης και ψυχοσωματικής μας ανάτασης και ανάστασης από την κάτω Ιερουσαλήμ προς την άνω.

Αμήν, γένοιτο.

 

Πηγή υλικού

Αρχιμανδρίτης Ιγνάτιος, Ηγούμενος Ιεράς Μονής των Ποιμένων, εν Μπετ Σαχούρ, περιοχή Βηθλεέμ

 

Επιλογή υλικού

Αικατερίνη Διαμαντοπούλου

Θεολόγος ΜΑ - Φιλόλογος PhD Φιλοσοφίας 

Από την ιστοσελίδα της Μ.Κ.Ο. Η Ενωμένη Ρωμιοσύνη

 

 

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος Πάλι σήμερα έχουμε χαρμόσυνες ειδήσεις, πάλι έχουμε μηνύματα ελευθερίας, πάλι έχουμε μια ανάκληση από την πτώση και μια επάνοδο στη ζωή, μια υπόσχεση ευφροσύνης και μια απαλλαγή από τη δουλεία. Ένας άγγελος συνομιλεί με την Παρθένο, για να μην ξαναμιλήσει ο διάβολος με γυναίκα.

Λέει η Γραφή· «Τον έκτο μήνα της εγκυμοσύνης της Ελισάβετ στάλθηκε από τον Θεό ο άγγελος Γαβριήλ σε μια παρθένο, που ήταν μνηστευμένη με έναν άνδρα». Στάλθηκε ο Γαβριήλ, για να αποκαλύψει την παγκόσμια σωτηρία των ανθρώπων. Στάλθηκε ο Γαβριήλ, να φέρει στον Αδάμ τη βέβαιη αποκατάστασή του. Στάλθηκε ο Γαβριήλ, στην παρθένο, για να μεταβάλει την ατιμία του γυναικείου φίλου σε τιμή. Στάλθηκε ο Γαβριήλ, για να προετοιμάσει τον νυμφικό θάλαμο, ώστε να είναι αντάξιος για τον αμόλυντο Νυμφίο. Στάλθηκε ο Γαβριήλ, για να συντελέσει να νυμφευθεί το πλάσμα με τον πλάστη. Στάλθηκε ο Γαβριήλ, στο έμψυχο παλάτι του βασιλιά των αγγέλων. Στάλθηκε ο Γαβριήλ στην παρθένο που ήταν αρραβωνιασμένη με τον Ιωσήφ, αλλά που προοριζόταν για τον Ιησού, τον Υιό του Θεού. Στάλθηκε ο ασώματος δούλος σε αμόλυντη παρθένο. Στάλθηκε ο χωρίς αμαρτίες σ’ αυτήν που δεν θα γνώριζε τη φθορά. Στάλθηκε ο λύχνος, για να αναγγείλει τον ήλιο της δικαιοσύνης. Στάλθηκε ο όρθρος, που έρχεται πριν από το φως της ημέρας. Στάλθηκε ο Γαβριήλ, για να διαλαλήσει αυτόν που βρίσκεται στους κόλπους του Πατέρα και στην αγκαλιά της μητέρας. Στάλθηκε ο Γαβριήλ, για να δείξει αυτόν που κάθεται σε θρόνο αλλά και σε σπηλιά. Στάλθηκε ένας στρατιώτης, για να διατυμπανίσει το μυστήριο του μεγάλου βασιλιά. Χαρακτηρίζω μυστήριο αυτό που γίνεται κατανοητό με την πίστη και δεν εξερευνάται με τη φιλομάθεια, πρόκειται για μυστήριο που είναι άξιο προσκυνήσεως και όχι σχολαστικής εξετάσεως, δηλαδή για μυστήριο που είναι αντικείμενο θεολογικής έρευνας και όχι για κάτι που υπόκειται σε ακριβή μέτρηση.

«Τον έκτο μήνα στάλθηκε ο Γαβριήλ στην παρθένο». Ποιόν έκτο μήνα; Ποιόν; Από τότε που η Ελισάβετ δέχθηκε το χαρμόσυνο μήνυμα, από τότε που συνέλαβε τον Ιωάννη. Από πού το συμπεραίνουμε αυτό; Το αποκαλύπτει ο ίδιος ο αρχάγγελος όταν λέει στην Παρθένο· «να, η Ελισάβετ η συγγενής σου και αυτή συνέλαβε γιο στα γεράματα της. Κι αυτός είναι ο έκτος μήνας της εγκυμοσύνης της, αυτής που θεωρούνταν στείρα». Ο έκτος μήνας λοιπόν είναι ο έκτος μήνας από τη σύλληψη του Ιωάννη. Έπρεπε λοιπόν ο στρατιώτης να φθάσει πρώτος, έπρεπε ο ακόλουθος να προηγηθεί, έπρεπε να προπορευθεί αυτός που θα αποκάλυπτε τη δεσποτική παρουσία.

«Τον έκτο μήνα στάλθηκε ο άγγελος Γαβριήλ στην Παρθένο, που ήταν αρραβωνιασμένη με έναν άνδρα», αρραβωνιασμένη όχι παντρεμένη· αρραβωνιασμένη, αλλά άθικτη. Γιατί ήταν αρραβωνιασμένη; Για να μη μάθει πολύ γρήγορα ο διάβολος το μυστήριο. Για το ότι επρόκειτο διά μέσου παρθένου να έλθει ο Βασιλιάς, αυτό το γνώριζε ο πονηρός, γιατί είχε ακούσει τις προφητείες του Ησαΐα που έλεγαν· « Να, θα συλλάβει η παρθένος και θα γεννήσει γιο». Κάθε φορά λοιπόν, όπως είναι φυσικό, εξέταζε ό,τι αναφερόταν στην παρθένο, ώστε όταν αντιληφθεί ότι ολοκληρώνεται αυτό το μυστήριο, να προετοιμάσει τις κατηγορίες του. Γι αυτό ο Δεσπότης ήλθε στη γη διά μέσου αρραβωνιασμένης, για να ξεγελάσει δηλαδή τον πονηρό, αφού αυτή όντας αρραβωνιασμένη εξασφάλιζε αυτό.

«Τον έκτο μήνα στάλθηκε ο άγγελος Γαβριήλ σε μια Παρθένο, που ήταν αρραβωνιασμένη με κάποιον που λεγόταν Ιωσήφ». Άκουσε, ακροατή, τι λέει ο προφήτης γι αυτόν τον άνθρωπο και γι αυτήν την παρθένο. « Θα δοθεί αυτό το κλειστό βιβλίο σε έναν άνθρωπο, που γνωρίζει γράμματα». Τι σημαίνει κλειστό βιβλίο, ή τι σημαίνει γενικά η αμόλυντη παρθένος; Από ποιους θα δοθεί; Είναι φανερό πως θα δοθεί από τους ιερείς. Σε ποιόν; Στον Ιωσήφ τον μαραγκό. Οι ιερείς λοιπόν αρραβώνιασαν τη Μαρία με τον Ιωσήφ, επειδή ήταν σώφρονας, και την έδωσαν σ’ αυτόν περιμένοντας τον καιρό του γάμου και αυτός βέβαια επρόκειτο παίρνοντάς την να φυλάξει αμόλυντη την Παρθένο. Αυτό πριν από πολλά χρόνια ο προφήτης το προφήτεψε· « Θα δοθεί αυτό το κλειστό βιβλίο σε έναν άνθρωπο, που γνωρίζει γράμματα» και ο οποίος θα πει· «δεν μπορώ να το διαβάσω». Γιατί Ιωσήφ δεν μπορείς; Αυτός θα απαντήσει· « Δεν μπορώ να το διαβάσω, γιατί το βιβλίο είναι κλειστό». Για ποιον φυλάγεται; «Φυλάγεται για κατοικία του Δημιουργού του σύμπαντος».

Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στο θέμα μας. «Τον έκτο μήνα στάλθηκε ο Γαβριήλ στη Παρθένο» και είχε πάρει περίπου τέτοιες εντολές από τον Θεό. « Έλα λοιπόν, αρχάγγελε, γίνε υπηρέτης του φοβερού και κρυμμένου μυστηρίου, εξυπηρέτησε το θαύμα. Βιάζομαι εξαιτίας της ευσπλαχνίας μου να κατέβω από τον ουρανό και να αναζητήσω τον πλανεμένο Αδάμ. Η αμαρτία εξασθένησε τον άνθρωπο, που πλάσθηκε σύμφωνα με την εικόνα μου, σάπισε το δημιούργημα των χεριών μου και θάμπωσε την ομορφιά πού έπλασα. Ο λύκος κατατρώει το δημιούργημά μου, είναι έρημη η θέση του στον παράδεισο, το δένδρο της ζωής φυλάγεται από την πύρινη ρομφαία, έχει κλείσει πια ο τόπος της τρυφής. Επιθυμώ να ελεήσω τον κατατρεγμένο άνθρωπο και να συλλάβω τον εχθρό διάβολο. Επιθυμώ αυτό το μυστήριο να μην το μάθουν όλες οι ουράνιες δυνάμεις, σε σένα μόνο τον εμπιστεύομαι. Πήγαινε λοιπόν στην παρθένο Μαρία. Πήγαινε στη ζωντανή πόλη, για την οποία ο προφήτης έλεγε· “ Πόλη του Θεού, δοξασμένα και εξαίσια ειπώθηκαν για σένα”. Πήγαινε στον λογικό μου παράδεισο, πήγαινε προς την πύλη της ανατολής, πήγαινε στο άξιο κατοικητήριο του Λόγου μου, πήγαινε στον δεύτερο ουρανό που βρίσκεται πάνω στη γη, πήγαινε στο ελαφρό και ταχυκίνητο σύννεφο, πληροφόρησέ την για τη βροχή της παρουσίας μου, πήγαινε στο αγίασμα που ετοιμάστηκε για μένα, πήγαινε στον νυμφικό κοιτώνα της ενανθρωπήσεως, πήγαινε στον αμόλυντο νυμφικό κοιτώνα της κατά σάρκα γεννήσεώς μου. Μίλησε στα αυτιά της λογικής κιβωτού, προετοίμασέ τα να μ’ ακούσουν χωρίς να τα τρομάξεις, ούτε να ταράξεις την ψυχή της Παρθένου. Κόσμια εμφανίσου στον έμψυχο ναό μου, πες σ’ αυτήν πρώτα τη χαρούμενη είδηση. Εσύ πες στη Μαριάμ το “ Χαίρε Κεχαριτωμένη”, ώστε εγώ να ελεήσω την εξουθενωμένη Εύα».

Τ’ άκουσε αυτά ο αρχάγγελος και όπως ήταν φυσικό μονολογούσε· « Παράξενη είναι αυτή η υπόθεση, ξεπερνάει κάθε σκέψη αυτό που ειπώθηκε. Ο φοβερός στα Χερουβίμ, ο αθέατος στα Σεραφίμ, ο ακατάληπτος σ’ όλες τις ουράνιες αγγελικές δυνάμεις, υπόσχεται μια ξεχωριστή επικοινωνία στην κόρη, προμηνύει μια αυτοπρόσωπη παρουσία του, μάλλον υπόσχεται μια είσοδο διά μέσου της ακοής και βιάζεται αυτός που καταδίκασε την Εύα να δοξάσει τόσο πολύ τη θυγατέρα της; Λέει “ας ετοιμαστεί η είσοδός μου διά μέσου της ακοής”. Όμως είναι δυνατόν ανθρώπινη κοιλιά να χωρέσει τον αχώρητο; Πραγματικά αυτό το μυστήριο είναι φοβερό».

Ενώ αυτά είχε στο νου του ο άγγελος, ο Δεσπότης του λέει· «Γιατί ταράζεσαι και παραξενεύεσαι Γαβριήλ; Δεν σ’ έστειλα προηγουμένως στον ιερέα Ζαχαρία; Δεν του μετέφερες τη χαρμόσυνη είδηση της γεννήσεως του Ιωάννη; Δεν επέβαλες την τιμωρία της σιωπής στον ιερέα που δεν σε πίστεψε; Δεν καταδίκασες τον γέροντα σε αφωνία; Εσύ δεν το ανακοίνωσες κι εγώ το επικύρωσα; Δεν ακολούθησε τη χαρμόσυνη είδησή σου η πράξη; Δεν συνέλαβε η στείρα γυναίκα; Δεν υπάκουσε η μήτρα της; Δεν εξαφανίστηκε η αρρώστια της ατεκνίας; Δεν υποχώρησε η απραξία της φύσης; Τώρα δεν κυοφορεί αυτή που προηγουμένως ήταν στείρα; Μήπως για μένα τον Δημιουργό υπάρχει κάτι που είναι ακατόρθωτο; Πως λοιπόν σε κυρίεψε η αμφιβολία;».

Τι απάντησε ο άγγελος; « Δέσποτα, το να θεραπεύσεις τα σφάλματα της φύσης, το να ηρεμήσεις την τρικυμία των παθών των ανθρώπων, το να ανακαλέσεις στη ζωή νεκρωθέντα ανθρώπινα μέλη, το να διατάξεις τη φύση ώστε να γεννήσει μια στείρα γυναίκα, το να θεραπεύσεις τη στείρωση σε γερασμένα μέλη, το να μετασχηματίσεις ένα γερασμένο ξερό καλάμι σε χλοερό, το να κάνεις την άγονη γη ξαφνικά πηγή σπαρτών, είναι πράγματα που γίνονται πάντοτε με τη δική σου δύναμη. Μάρτυρες που αποδεικνύουν όλα τα παραπάνω είναι η Σάρρα, η Ρεβέκκα και η Άννα, οι οποίες, ενώ ήταν υποδουλωμένες στη φοβερή ασθένεια της στειρώσεως, απελευθερώθηκαν από σένα. Το να γεννήσει όμως παρθένος χωρίς τη συμμετοχή άνδρα, αυτό ξεπερνάει όλους τους νόμους της φύσης, αλλά και προαναγγέλλει τη δική σου παρουσία στην κόρη. Εσένα δεν σε χωρούν τα πέρατα του ουρανού και της γης, πως θα σε χωρέσει μια παρθενική μήτρα;». Ο Δεσπότης απάντησε· « Πως με χώρεσε η σκηνή του Αβραάμ;». Ο άγγελος είπε· « Επειδή, Δέσποτα, υπήρχε ένα πέλαγος φιλοξενίας, εκεί εμφανίστηκες στον Αβραάμ, δηλαδή στη σκηνή του, που ήταν δίπλα στο δρόμο και τη ξεπέρασες, επειδή τα πάντα γεμίζει η παρουσία σου. Πώς θα φέρεις το πυρ της θεότητος στη Μαριάμ; Ο θρόνος σου φλέγεται ακτινοβολώντας από την αίγλη σου και θα μπορέσει η ευκολόκαυστη παρθένος να σε δεκτεί;».

Ο Δεσπότης λέει· « Πράγματι, αν η φωτιά στην έρημο έβλαψε τη βάτο, κατά τον ίδιο τρόπο και η παρουσία μου θα βλάψει τη Μαρία. Αν εκείνη η φωτιά, η οποία σκιαγραφούσε την παρουσία από τον ουρανό της θεϊκής φωτιάς πότιζε τη βάτο και δεν την έκαιγε, τι θα έλεγες για την αλήθεια που κατεβαίνει από τον ουρανό όχι σαν πύρινη φλόγα, αλλά σαν βροχή;».

Τότε πλέον ο άγγελος εκτέλεσε τη διαταγή που πήρε και αφού παρουσιάστηκε στην Παρθένο της είπε πανηγυρικά· «“Χαίρε, Κεχαριτωμένη, ο Κύριος είναι μαζί σου”. Ποτέ πια ο διάβολος δεν θα είναι εναντίον σου, γιατί το σημείο που πλήγωσε ο εχθρός σου προηγουμένως, σ’ αυτό πρώτα – πρώτα τώρα ο ιατρός της σωτηρίας επιθέτει το έμπλαστρο. Από εκεί όπου εμφανίστηκε ο θάνατος, από εκεί μπήκε η ζωή. Από τη γυναίκα προέρχονται όλες οι συμφορές, αλλά και από τη γυναίκα πηγάζουν όλα τα καλά. Χαίρε Κεχαριτωμένη, μη ντρέπεσαι σαν να είσαι αιτία καταδίκης. Θα γίνεις μητέρα αυτού που καταδίκασε και λύτρωσε τον άνθρωπο. Χαίρε, αμίαντη μητέρα του Νυμφίου Χριστού στην ορφανή ανθρωπότητα. Χαίρε, εσύ που καταπόντισες στη μήτρα σου τον θάνατο της μητέρας της ανθρωπότητας Εύας. Χαίρε, ο ζωντανός ναός του Θεού. Χαίρε, συ που είσαι εξίσου κατοικία ουρανού και γης. Χαίρε, ευρύχωρε τόπε της απόρρητης φύσης». Αφού όλα αυτά έτσι έχουν, εξαιτίας της ήλθε ο γιατρός για τους αρρώστους, «ο ήλιος της δικαιοσύνης, για να φωτίσει αυτούς που ζουν στο σκοτάδι», η άγκυρα για όλους τους ταλαιπωρημένους και το ασφαλισμένο λιμάνι. Γεννήθηκε ο Δεσπότης των δούλων που μισούνται αδιάλλακτα, ο σύνδεσμος της ειρήνης, εμφανίσθηκε ο λυτρωτής των αιχμαλώτων δούλων, η ειρήνη αυτών που βρίσκονται σε πόλεμο. «Αυτός βέβαια είναι η ειρήνη μας», την οποία ειρήνη μακάρι να απολαύσουμε όλοι μας με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα, τιμή και δύναμη τώρα και πάντοτε και σ’ όλους τους αιώνες. Αμήν.

----------

Δημητρίου Γ. Τσάμη, Θεομητορικόν, τ. β΄, Εκδ. Λυδία, Θεσσαλονίκη, 2000.

Πηγή:fdathanasiou.wordpress.com

Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου: Ομιλία στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου Εκτύπωση

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2021

Η Εφέστιος Ιερά εικόνα του Αγίου μας που λιτανεύεται στην ετήσια πανήγυρη, η οποία διασώθηκε θαυματουργικά απο την πυρκαγιά που ξέσπασε το 2001.

 



 


ΩΡΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ

ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ.


6:00 πμ 7:00 μμ

 

Του Στέφανου Μίλεση*

Η σημερινή εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος, έχει ανεγερθεί στον τόπο που άλλοτε βρίσκονταν η ομώνυμη Μονή, της οποίας όμως η ιστορία είναι επί της ουσίας ελλιπής.

Κάποιοι αναφέρουν πως από τον 11ο αιώνα, υπήρχε αρχικώς ναΐσκος στην θέση αυτή, που τιμούσε το όνομα του Αγίου Σπυρίδωνα και που αργότερα εξελίχθηκε σε Μοναστήρι. Αυτή βεβαίως είναι μια εκδοχή που δεν στηρίζεται ιστορικώς με τα στοιχεία που μέχρι τώρα υπάρχουν.

Ουδεμία ιστορική αναφορά υπάρχει τόσο στα ημερολόγια περιηγητών όσο και σε χάρτες της εποχής. Αν θέλαμε να προσδιορίσουμε χρονολογικά την εμφάνισή της στο ιστορικό προσκήνιο, θα μπορούσαμε να δώσουμε ως χρονολογία ορόσημο από το 1700 και μετά.

Η Μονή επί τουρκοκρατίας

Φαίνεται πάντως ότι η Μονή αυτή θα ήταν πλούσια, αφού σε αυτήν ανήκε ένα μεγάλο μέρος της ανατολικής πλευράς του έρημου τότε Πειραιά. Σύμφωνα με την παράδοση φαίνεται ότι ήταν καλώς οχυρωμένη, από παχύ τοίχο με πολεμίστρες. Αυτού του τοίχου η πύλη ήταν θολωτή, με διπλές θύρες, που σχημάτιζαν διάκενο, αδιάβατο σε κάθε εισβολέα, αφού μπορούσαν εύκολα να τον ανακόψουν από την κορυφή του θόλου, καθώς εκεί υπήρχε ειδική οπή από την οποία μπορούσαν να ρίξουν άμμο ή καυτό λάδι, κατά τις οχυρωματικές συνήθειες της εποχής.

Το Μοναστήρι βρίσκονταν κοντά στην ακτή και πολλές φορές οι καλόγεροι χρειάστηκαν να αποκρούσουν τις επιδρομές πειρατών και ληστών. Ο Δ. Καμπούρογλου σχετικά με το Μοναστήρι αυτό, αναφέρει δύο ονόματα ηγουμένων του. Αυτό του Νικηφόρου Γαβρίλη (1766) και του Συμεών Μαρμαροτούρη (1819). Στους δύο αυτούς ηγουμένους, ένας άλλος ιστορικός ο Ν. Φιλαδελφεύς στο έργο του “Ιστορία των Αθηνών επί Τουρκοκρατίας” προσθέτει και ένα τρίτο όνομα ηγουμένου, αυτό του Διονυσίου.

Πάντως ο ηγούμενος Συμεών υπέγραψε το 1737 πωλητήριο από το οποίο φαίνεται ότι τα έσοδα της Μονής τα τελευταία χρόνια ήταν μειωμένα και είχε αρχίσει η πώληση γηπέδων (κτημάτων) σύμφωνα με περιγραφές αυτού του τύπου:

“…Επούλησεν (ο ηγούμενος) εις το παραθαλάσσιον όπου εξουσιάζει το μεν μάκρος δώδεκα βήματα, το δε πλάτος βήματα έξη….και εκ του ετέρου η θάλασσα” .

Το Μοναστήρι το τροφοδοτούσε με νερό ο μεγάλος Αθηναίος Πατριώτης Ιωάννης Ντέκας ο οποίος ήταν ιδρυτής της ομωνύμου σχολής στην Αθήνα. Ο Ντέκας διέθεσε με διαθήκη μεγάλο ποσό στο μοναστήρι αυτό. Η διαθήκη του, η οποία συντάχθηκε στην Βενετία το 1757, εν περιλήψη αναφέρει:

“Αφήνω εις την εκκλησία, το μοναστήρι του Αγίου Σπυριδώνος, το εν τη πόλει Αθήνας πατρίδι μου, κείμενον εις το παραθαλάσσιον Πόρτο Δράκο, δουκάτα τετρακόσια κοινά, δια να εξοδευθούν παρά των επιτρόπων του ρηθέντος μοναστηρίου προς απόκτησιν τινός υποστατικού, ήγουν με αυτό να αγοράσουν οι επίτροποι του ρηθέντος μοναστηριού ένα υποστατικόν και από το εισόδημα του υποστατικού να εφοδιάζεται κατά καιρόν το χρειαζούμενον δια να φυλάττεται παστρικόν το σωληνάρι, όπου φέρνει το νερό εις το Μοναστήρι, το οποίον ωκοδομήθη δια να φέρνεται το ύδωρ εις το Μοναστήρι κατά το παρελθόντα καιρόν με έξοδά μου και ότι μείνει από το εισόδημα του ρηθέντος υποστατικού, να εφοδιάζεται εις χρείαν και ευπρέπειαν της αυτής εκκλησίας και του μοναστηρίου, συσταίνοντας εις εκείνον όπου έχει την επίσκεψιν να κυβερνά αυτό το νερό, να έχη την επιμέλεια, επειδή τούτο είναι πράγμα αναγκαίον προς κοινήν ανάπαυσιν και ωφέλειαν και αν ίσως τινάς δεν ήθελεν ακολουθήση να τελειώση ταύτην μου την παραγγελίαν, να έχει να δώσει λογαριασμόν εις το φοβερόν κριτήριον του Θεού. Λέγω ως άνω δουκάτα 400”.

Να σημειώσουμε ότι την εποχή εκείνη που υφίστατο ακόμα το Μοναστήρι, ο Πειραιάς καλείτο Πόρτο Λεόνε ή Πόρτο Δράκο από τον μεγάλο μαρμάρινο Λέοντα, που υπήρχε στην είσοδο του αρχαίου λιμένα και τον οποίο άρπαξε ο καταστροφέας του Παρθενώνα ο Βενετός Μοροζίνη.

Το 1767 η Μονή έγινε “Σταυροπηγιακή” όταν Πατριάρχης ήταν ο Εμμανουήλ Χατζερής.

Βαθμηδόν η Μονή παρήκμασε και όταν κατά το 1806 ο Σατωβριάν επισκέφθηκε τον Πειραιά, αναπαύθηκε μάλιστα και εντός αυτής της Μονής, όπως ο ίδιος γράφει στο ιστορικό του, ήταν έρημη.

Ο βομβαρδισμός του 1827

Το 1827 η Μονή έγινε θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων με πολιορκούμενους εντός αυτής, άνδρες του Κιουταχή και πολιορκητές του επαναστατημένους Έλληνες. Παρά το γεγονός ότι οι πολιορκούμενοι Τουρκαλβανοί, είχαν πέσει σε απώλεια ύδατος, τροφίμων και πυρομαχικών, η Μονή άντεχε λόγω της ισχυρής οχύρωσης που αναφέραμε προηγουμένως.

Έτσι ο επικεφαλής φιλέλληνας Άστιγξ αναγκάστηκε να την βομβαρδίσει επί δύο ημέρες, με τα πολεμικά πλοία “ΕΛΛΑΣ” και “ΚΑΡΤΕΡΙΑ”. Αποτέλεσμα αυτών των βομβαρδισμών ήταν η σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή της Μονής.

Αυτό το μαθαίνουμε λίγο αργότερα, όταν τον Μάϊο του 1836 ο πρώτος Δήμαρχος Πειραιά, ο Υδραίος Κυριάκος Σερφιώτης, απευθύνει γραπτό αίτημα “προς τους φιλανθρώπους” δημότες Πειραιά και ζητεί την συνδρομή τους για την ανοικοδόμηση του Ναού, καθώς “εκ των βομβαρδισμών κατεδαφίσθη σχεδόν το ήμισυ του Ναού”.

Αποτέλεσμα εκείνης της πολιορκίας ήταν η παράδοση μεν των 300 Τουρκαλβανών, αλλά η καταπάτηση της υπόσχεσης των Ελλήνων για αναίμακτη αποχώρηση των παραδομένων πολιορκούμενων. Η υπόσχεση αυτή δεν τηρήθηκε καθώς η δίψα για ανεύρεση λαφύρων εντός της Μονής, δημιούργησε “επεισόδιο” που οδήγησε σε συμπλοκή, την στιγμή της αποχώρησης. Από την συμπλοκή αυτή κατεσφάγησαν 200 περίπου Τουρκαλβανοί, προκαλώντας την οργή του Καραϊσκάκη.

Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρουμε ότι ο μελετητής της Πειραϊκής ιστορίας Αλέξανδρος Μελετόπουλος, την δεκαετία του 1880, βρήκε και περισυνέλεξε από το σημείο αυτό, αριθμό βλημάτων που είχαν ριφθεί από τα Ελληνικά πλοία και τα κατέθεσε στο Εθνολογικό και Ιστορικό Μουσείο Αθηνών.

Μετά την απελευθέρωση

Όταν κατά στις 23 Δεκεμβρίου 1835 ο Πειραιάς συγκροτήθηκε σε Δήμο, το πρώτο Δημοτικό Συμβούλιο συνήλθε, ελλείψει άλλου καταλληλότερου οικήματος, εντός του κατεστραμμένου ναού του έρημου πια Μοναστηριού.

Το έργο της ανεγέρσεως αυτού του Ναού, θεωρήθηκε εκ των πλέον δυσχερεστέρων. Αυτό φαίνεται από ένα έγγραφο του Δημάρχου, που υποβλήθηκε με ημερομηνία 30 Δεκεμβρίου 1835, προς το Δημοτικό Συμβούλιο (ο Δήμαρχος δεν παρίστατο στις συνεδριάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου, αλλά επικοινωνούσε εγγράφως με αυτό) με το οποίο λέγει:

“Να γίνει νέα εκκλησία εις την πόλιν ταύτην ανάλογος με τον πληθυσμόν των κατοίκων και η Αγία Εικών του Αγίου Σπυρίδωνος και να ονομασθεί ούτος (ο ναός) “Αγίος Σπυρίδων”.
Δια να φθάσωμεν στο ποθούμενον, πρέπει να καταβάλλωμεν όλας τας νοητικάς και σωματικάς δυνάμεις δια το ιερόν αντικείμενον τούτον“.

Επίσης ο Κυριάκος Σερφιώτης ζητεί την διενέργεια εράνου αλλά και συνάψεως δανείου. Συνεπεία του αιτήματος αυτού, το Δημοτικό Συμβούλιο σε συνεδρίαση στη οποία παρέστη και ο τότε Εφημέριος του Ναού Πατέρας Ζαχαρίας, απαντά στο αίτημα του Δημάρχου στις 7 Ιανουαρίου του 1836 “ότι η μονή όχι μόνο δεν επαρκεί αλλά θεωρείται και ως διαλυμένη κατά συνέπεια υψηλού Βασιλικού Διατάγματος”, να συναφθεί δάνειο 500 ταλήρων και επιτρέπει στον Δήμαρχο να επικαλεσθεί στους λόγους την φράση “Με την βοήθεια των Χριστιανών”.

Η αναφορά σε Μονή διαλυμένη γίνεται διότι με το από 25 Σεπτεμβρίου 1833 Βασιλικό Διάταγμα “Περί τω εν τω Βασιλείω Μοναστηρίων” όλα τα κτήματά της περιέρχονται στο Δημόσιο για την εγκατάσταση σε αυτά των εν Πειραιεί Χίων και Υδραίων. Συνεπώς ο Πειραιάς θεμελιώθηκε ουσιαστικώς σε απαλλοτριωμένες εκτάσεις της Μονής!!!

Μέχρι του Σεπτεμβρίου του 1836 ο έρανος είχε αποδώσει 2.803 δραχμές στις οποίες προστέθηκαν και άλλες 1.000 δραχμές που δόθηκαν από τον Ρώσσο Πρεσβευτή πιθανώς κατ΄ εντολή του τότε Τσάρου της Ρωσσίας. Επιπλέον στον προϋπολογισμό Δήμου του 1837, ο οποίος ήταν 38.960 δραχμές, αναγράφεται για το Ναό πίστωση 12.500 δραχμών. Από αυτή την πίστωση του Δήμου, το ποσό των 6.500 δραχμών προέρχονταν από κληροδότημα κάποιου Πολυζώη παρά το ότι όταν αυτός πεθαίνει δηλώνει ότι αφήνει το ποσό αυτό “υπέρ Νοσοκομείου”.

Εκτός όμως από όλα αυτά, φαίνεται ότι υπήρχαν και άλλου είδους προσφορές υπέρ ανέγερσης του Ναού, αφού κάποιος Μαυρογιάννης εκ Κύπρου, έδωσε αντί χρημάτων, 50 οκάδες “σίδηρον δουλευμένον”.

  
Η ανέγερση του νέου ναού

Το σχέδιο του νέου ναού, είχε εκπονηθεί από τον Κλεάνθη και ήταν μεγαλοπρεπέστατο. Η εντολή που δόθηκε στον Κλεάνθη ήταν να φτιάξει ένα ναό που θα καταλαμβάνει έκταση 400 περίπου τετραγωνικών μέτρων. Προέβλεπε δύο κωδωνοστάσια, πλούσιο στολισμό με πλήθος γλυπτών και υπολογισθεί για χωρητικότητα 1000 ατόμων χωρίς να υπολογισθεί εντός αυτής της ο γυναικωνίτης. Το σχέδιο αυτό υποβλήθηκε στην Βασιλική Γραμματεία και στάλθηκε για μελέτη στον “Πρωταρχιτέκτονα” Σάουμπερτ, ο οποίος όμως το τροποποίησε “διότι εύρεν αυτό πάρα πολύ μεγαλοπρεπές, πλούσιον και δυσανάλογον με την παρούσαν χρηματικήν κατάστασιν του Δήμου”.

Αντί των δύο καμπαναριών, σχεδιάσθηκε μόνο ένα, για το οποίο όμως θα χορηγούνταν άδεια να κτισθεί μόνο όταν θα αυξάνονταν οι κάτοικοι και τα οικονομικά μεγέθη του Δήμου. Το αρχιτεκτονικό ύψος, τροποποιήθηκε και έγινε πολύ απλό, απομακρύνθηκε κάθε είδος γλυπτικής και ο Σάουμπερτ ζήτησε να γίνει η αναπλήρωση όλων αυτών των αφαιρέσεων, με μόνη προσθετική πράξη, την βαφή της εκκλησίας κατά το ελληνικό ύψος. Επίσης εσωτερικά ο Σάουμπερτ, άλλαξε την διάταξη του τέμπλου (εικονοστασίου) το οποίο προέβλεπε το αρχικό σχέδιο του Κλεάνθη να γίνει μοναδικό και ζήτησε να γίνει “κατά το ήθος της γραικικής εκκλησίας”.

Για την ανέγερση του Ναού ο Σάουμπερτ (Ed. Schaubert) υπολογίζει το ποσό σε 23.546 δραχμές ενώ για το κωδωνοστάσιο σε 10.330 δραχμές. Την 18η Μαΐου 1836 τίθεται ο θεμέλιος λίθος του νέου Ναού του Αγίου Σπυρίδωνα, με κάθε επισημότητα, παρισταμένων των αρχών της πόλης, όλων των κατοίκων και με τις ευλογίες του Επισκόπου Αττικής Νεοφύτου Μεταξά, ενός ανθρώπου που εκτός από Επίσκοπος ήταν και θερμός πατριώτης, με δράση μεγάλη κατά την διάρκεια της Επανάστασης.

Στην τοποθέτηση του θεμέλιου λίθου την ημέρα εκείνη, ο πρώτος Δήμαρχος Πειραιά, ο Σερφιώτης, έδωσε την υπόσχεση πως “θέλει διατάξει να μνημονεύονται τα ονόματα (των δωρητών) αιωνίως”, υπόσχεση που μάλλον δεν τηρήθηκε…

Ένα μικρό περιστατικό που αξίζει να αναφερθεί, γιατί καταδικνύει τις καλές αρετές που χαρακτήριζαν το πρώτο Δημοτικό Συμβούλιο και τον τότε Δήμαρχο Σερφιώτη, ήταν  πως δεν δίστασαν στις 16 Σεπτεμβρίου του 1836 να παύσουν έναν Επίτροπο του Ναού διότι “εκράτησεν δρχ. 30 εκ των εσόδων της Εκκλησίας, άνευ αδείας”.

Στη νέα εκκλησία (αυτήν του Σάουμπερτ) που τελικώς ανεγέρθηκε, περιήλθαν ορισμένα αντικείμενα που ανήκαν στην διαλυμένη Μονή. Στην απογραφή του 1836 που έγινε από τον Δήμαρχο Κ. Σερφιώτη τα αντικείμενα αυτά ήταν:

– Η παλαιά εικόνα του Αγίου Σπυρίδωνα
– Ένα αργυρό Ευαγγέλιο
– Τέσσαρες αργυραί κανδύλαι
– Δύο πετραχήλια
– Ένα θυμιατήριο και άλλα μικροαντικείμενα.

Τέλος σε αυτό το αφιέρωμά μας να πούμε ότι η Εκκλησία που βλέπουμε σήμερα δεν είναι αυτός που ανοικοδομήθηκε με τις ενέργειες του Κ. Σερφιώτου αλλά μεταγενέστερος που θεμελιώθηκε επί Δημαρχίας Δημητρίου Μουτσοπούλου (1866 – 1874).

Το έθιμο της περιφοράς της εικόνας

Την περίοδο του Τρύφωνος Μουτσόπουλου (1 Δεκεμβρίου 1899 – 30 Νοεμβρίου 1903) τοποθετήθηκε ως Επίτροπος του ναού ο Γεώργιος Κανέλλος. Αυτός ήταν που πρωτοστάτησε η περιφορά της εικόνας να γίνεται όχι πλέον πέριξ του ναού (όπως η παράδοση αναφέρει πως συνέβαινε), αλλά στην πόλη του Πειραιώς.

Επί Κανέλλου η περιφορά έφθανε μέχρι την Τρούμπα, ανέβαινε την 2ας Μεραρχίας (πρώην Αιγέως), έστριβαν στην οδό Φίλωνος και ξαναεπέστρεφε στο Ναό. Και αν αρχικά σε αυτήν λάμβαναν μέρος μόνο τοπικοί παράγοντες και κλήρος, με την πάροδο των ετών έλαβε πανυγηρικό χαρακτήρα με Φιλαρμονική να παιανίζει, στρατιωτικές αρχές να αποδίδουν τιμές, ενώ κυρίαρχο ρόλο έπαιζαν όλα τα Σωματεία και Σύλλογοι του Πειραιά που ακολουθούσαν την εικόνα φέροντας τα επίσημα λάβαρά τους.

Τότε ήταν που ορίσθηκε η περιφορά της εικόνας να γίνεται κατά το μεσημέρι, ενώ ο κύκλος που έκαναν ήταν πολύ μεγαλύτερος διότι ακολουθούσαν όλη την παραλιακή οδό Μιαούλη, την Πλατεία Αμαλίας (Τελωνείου), έστριβαν στην οδό Χαριλάου Τρικούπη (πρώην Αρτέμιδος), εισέρχονταν στην Ηρώων Πολυτεχνείου (Λεωφόρο Βασιλέως Κωνσταντίνου, Διαδόχου αρχικώς και Σωκράτους πρώτα), Λεωφόρου Γεωργίου Α΄, και πάλι δια της Μιαούλη επέστρεφαν στο Ναό.

Από το 1926, που ιερέας του Ναού ήταν ο Β. Χούπης, η περιφορά είχε φτάσει σε τέτοια μεγαλοπρέπεια που λάμβανε μέρος όλη η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας, ο Πρωθυπουργός, Υπουργοί, Νομάρχες.

pireorama.blogspot.com

 

*Ο Στέφανος Μίλεσης είναι πρόεδρος της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς

 

 

Τέμπλο Ιερού Ναού